ΒΙΒΛΙΟ

Αποπνικτικοί μικρόκοσμοι

apopniktikoi-mikrokosmoi-2048640

ΒΑΣΙΑ ΤΖΑΝΑΚΑΡΗ
Η καρέκλα του κυρίου Εκτορα
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 186

​Θα χρειαστεί να περάσουν δεκαοκτώ ιστορίες μέχρι να σηκωθεί ο κύριος Εκτορας από την καρέκλα του για να διαπλεύσει με το μπαστούνι του τις ιστορίες, που διαδραματίζονται έξω από το παράθυρό του. Στις σελίδες του τελευταίου και ομότιτλου της συλλογής διηγήματος συστεγάζονται οι ζωές των μυθοπλαστικών χαρακτήρων, περνώντας φευγαλέα από το βλέμμα του κυρίου Εκτορα. Με αυτή την επιλογική συνύπαρξη η Βάσια Τζανακάρη υποδεικνύει την ομοιοπάθεια των ηρώων, τη σύνθλιψή τους από ημέρες στενόχωρες, αλλά και τη λαχτάρα τους για μια απολυτρωτική φυγή. Οι γεροντότεροι έλκουν σαφώς τη συμπάθειά της. Σε ένα τρυφερό πορτρέτο εξεικονίζεται ένας ηλικιωμένος, που φύλαγε ευλαβικά τις «αντρικές του φιλίες», ήσσονα και μείζονα επεισόδια ξένων ζωών σε αποκόμματα εφημερίδων, που του κρατούσαν συντροφιά.

Το ίδιο έρημος και καταβυθισμένος στην εσωτερική του ζωή εμφανίζεται ο άστεγος, που επαιτεί λεπτά και όχι λεφτά, βρίσκοντας τελικά καταφύγιο στο πλατύσκαλο ενός παλαιοβιβλιοπωλείου. Αν εκείνος ήθελε να τον ελεήσουν με τον χαμένο του χρόνο, τα βιβλία ως οιονεί κιβωτοί χρόνου τού υπόσχονταν αυτή την αλλόκοτη ελεημοσύνη. Ενας άλλος βρίσκει στην κατακλείδα του διηγήματος το κουράγιο να απεγκλωβιστεί από το περίπτερο, το παράθυρο του οποίου πετσόκοβε τις διαστάσεις του πραγματικού κόσμου, και να αποδυθεί στην αναζήτηση ακέραιων σχημάτων, με την ελπίδα πως οι άνθρωποι δεν ήταν ούτε ασώματοι ούτε ακέφαλοι.

Από τις πιο ρημαγμένες φιγούρες του βιβλίου είναι η μητέρα, που μια Μεγάλη Παρασκευή, ξεκινά μαζί με άλλες μαυροφόρες να αποθέσει πασχαλιές στον Επιτάφιο. Μόνο που η δική της περιφορά δεν σταματά στην εκκλησία, την προσπερνά για να συνεχίσει μέχρι το νεκροταφείο, όπου καμία αναστάσιμη παρηγοριά δεν έρχεται να κατασιγάσει το μοιρολόι της. Οι πασχαλιές στα χέρια της, προσφορά στον θνητό της γιο και όχι στον υπερούσιο. Μια άλλη μητέρα, που μοιάζει να συγγενεύει με τις τραγικές όσο και δαιμονικές μητρικές μορφές στη διηγηματογραφία του Σωτήρη Δημητρίου, ζει κλεισμένη μαζί με τη νοητικά ανάπηρη κόρη της σε έναν σκοτεινό μικρόκοσμο, από τον οποίο εντέλει διαφεύγουν και οι δύο με τον πιο ολέθριο τρόπο. Σπαρακτικός μες στο πένθος του στέκει και ένας πατέρας στην κουζίνα, όπου έχει ξεβραστεί όλος ο πόνος για την απώλεια εκείνης, που μεριμνούσε με σπιτικά φαγητά για την οικογενειακή ασφάλεια.

Μολονότι η Τζανακάρη για να αποτυπώσει την ψυχική κόπωση, στρέφεται σε πρόσωπα, που λόγω ηλικίας έχουν καθηλωθεί σε ένα αίσθημα εγκλωβισμού, τα σκιαγραφήματά της φαίνονται πειστικότερα όταν εστιάζει το ενδιαφέρον της στην παθολογία νεαρότερων ηλικιών. Στο «Βετέξ (ή Πέντε αισθήσεις λάθος)», ένα από τα καλύτερα πεζά, η ηρωίδα βιώνει με αυτοσαρκαστικό σπαραγμό μια ακόμα αποτυχημένη ερωτική βραδιά. Ξυπνώντας σε ένα αποδεκατισμένο από τη χθεσινή παραφορά ξένο δωμάτιο, αναπολεί τα βλέμματα και τα αγγίγματα της νύχτας, αντιπαραβάλλοντάς τα με τις σκληρές όψεις που αποκαλύπτονται στο πρωινό φως. Με ένα βετέξ στο χέρι καθαρίζει το σπίτι, καγχάζοντας ενδόμυχα τις ονειροπολήσεις της για οικιακή ευτυχία.

Μάλλον βαριά, όμως, παίρνει την απογοήτευσή της για τον σύζυγο, που της χάλασε το «κολάζ της κανονικότητας», η Σπυριδούλα του ομώνυμου διηγήματος, η οποία υποκύπτοντας στο μακάβριο παρελθόν του ονόματός της φτάνει στις τελευταίες φράσεις μισοπεθαμένη. Η ειρωνεία δείχνει φειδωλή στο βιβλίο, καθώς η Τζανακάρη επιλέγει για τους ήρωές της την πιο δακρύβρεχτη μοίρα, όπως φαίνεται από την υπερβολικά δραματοποιημένη έκβαση πολλών διηγημάτων. Ενας άντρας, για παράδειγμα, που θρυμματίζει ξεροκόμματα για να ταΐσει τα πουλιά, δεν μπορεί να κάνει τόσο θόρυβο που να αναστατώσει όλη την Αλεξάνδρας, να ξεσηκώσει τους κατοίκους και να τους εξαγριώσει τόσο που να τον ξυλοκοπήσουν μέχρι θανάτου. Η αλληγορική υπόδειξη του φόβου και του θυμού, που ενεδρεύουν στην πόλη, απαιτεί πιο οξυδερκείς χειρισμούς, ενώ και ο ζόφος αναδεικνύεται απειλητικός μέσα από λεπτές, αδιόρατες φωτοσκιάσεις. Συχνά η χαμηλότονη απελπισία είναι η πιο διαπεραστική.