ΒΙΒΛΙΟ

Ο Ελρόι επιστρέφει στο L.A. του ’40

o-elroi-epistrefei-sto-l-a-toy-40-2048688

JAMES ELLROY
Perfidia
εκδ. Alfred Knopf, σελ. 701

Λίγοι συγγραφείς, από τη στιγμή που είναι ήδη γνωστοί, έχουν αλλάξει το στυλ τους τόσο δραστικά όσο ο Τζέιμς Ελρόι. Τον πρώτο καιρό, ο Ελρόι περιπλανήθηκε στα σοκάκια της «λαϊκής» αστυνομικής μυθοπλασίας του ’80, αξιοποιώντας διδάγματα από τον Τζιμ Τόμσον και τον Ντάσιελ Χάμετ, πριν αποκτήσει τη δική του φωνή με μια τριλογία σύγχρονων μυθιστορημάτων όπου πρωταγωνιστεί ένας ανισόρροπος, ρατσιστής, ιδιοφυής μπάτσος ονόματι Λόιντ Χόπκινς. Στην καθημερινότητά του, ο Χόπκινς αδιαφορεί για τους κανόνες δεοντολογίας, αλλά συγκρινόμενος με τα τέρατα που αντιμάχεται στον φωτισμένο με νέον υπόκοσμο του Λος Αντζελες, φαντάζει σχεδόν αγγελικός. Οταν ο Ελρόι έκλεισε την τριλογία Χόπκινς με τον «Λόφο της αυτοκτονίας», το 1986, σταμάτησε να ενδιαφέρεται και για την τοπική υποκουλτούρα και μετακινήθηκε στη δεύτερη ενσάρκωση της καριέρας του, εκείνη του ρομαντικού αλλά ολοένα και πιο χολερικού χρονικογράφου του Λος Αντζελες τα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Το Κουαρτέτο του Λος Αντζελες άνοιξε δρόμο για μια νέα γενιά συγγραφέων αστυνομικών μυθιστορημάτων, αποδεικνύοντας ότι το είδος αυτό μπορούσε να γίνει αληθινή λογοτεχνία εάν κάποιος είχε την ανάλογη φιλοδοξία και το ταλέντο. Τις μέρες εκείνες πολλοί σύγκριναν τον Ελρόι με τον Τσάντλερ, ενώ ο ίδιος σύγκρινε τον εαυτό του με τον Τολστόι. Ωστόσο, ο πραγματικός του πρόγονος ήταν ο Κόνραντ. Μοιράζονταν την ίδια έμμονη ιδέα για την αγριότητα που υπάρχει στον πυρήνα του ανθρώπου, ένα συγγενικό στυλ γραψίματος –προτάσεις συμπαγείς στο κέντρο τους, αλλά ενίοτε χαλαρές στα άκρα–, ενώ αμφότεροι εκτροχιάζονταν όταν μιλούσαν για την ανθρώπινη κατάσταση.

Είναι η νύχτα πριν από την επίθεση στο Περλ Χάρμπορ και η ζωή των κατοίκων του Λος Αντζελες πρόκειται να αλλάξει, για μερικούς πιο δραστικά απ’ ό,τι για άλλους. Μια τετραμελής οικογένεια Ιαπώνων, οι Γουτανάμπε, βρίσκονται δολοφονημένοι στο σπίτι τους. Με την υπόθεση αρχίζουν να ασχολούνται ο Χίντεο Ασίντα, ένας ευφυέστατος ιαπωνικής καταγωγής χημικός της αστυνομίας, ο υπαστυνόμος Ντάντλεϊ Σμιθ, ένας διεφθαρμένος, σχεδόν σατανικός αστυνομικός επιθεωρητής, ο αστυνόμος Ουίλιαμ Πάρκερ, ο οποίος ήταν υπαρκτό πρόσωπο και έγινε τελικά αρχηγός της Αστυνομίας του Λος Αντζελες, και η Κέι Λέικ, η οποία είχε παίξει ρόλο και στη «Μαύρη ντάλια». Η δολοφονία των μελών της οικογένειας Γουατανάμπε απειλεί να αποκαλύψει ένα τεράστιο σχέδιο αρπαγής γης που βρίσκεται σε εξέλιξη. Καθώς τα σχέδια για εγκλεισμό σε στρατόπεδα Ιαπώνων και Αμερικανοϊαπώνων πολιτών μετατρέπονται από φριχτή ιδέα σε ντροπιαστική πραγματικότητα, ο Ασίντα προσπαθεί να αξιοποιήσει το ταλέντο του στα ιατροδικαστικά για να αποφύγει τον εγκλεισμό για τον ίδιο και την οικογένειά του. Για να το καταφέρει, πρέπει να διαλέξει είτε να συμμαχήσει με τον τρομακτικά φιλόδοξο Πάρκερ είτε με τον απλώς τρομακτικό Σμιθ.

Στον Ντάντλεϊ Σμιθ ο Ελρόι έχει βρει έναν οδηγό στο μαύρο υπογάστριο του Λος Αντζελες. Ο Σμιθ, δαίμονας χωρίς κανέναν ενδοιασμό, λέει κάποια στιγμή: «Καταστρέφω αυτούς που δεν μπορώ να ελέγξω. Πρέπει να είμαι σίγουρος ότι οι κοντινοί μου συμμερίζονται αυτά ακριβώς που θέλω. Είμαι καλόβολος μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο και είμαι φριχτός έξω απ’ αυτό».

Ο Σμιθ ρίχνει την ίδια σκιά πάνω στην «Perfidia» όπως ο δικαστής Χόλντεν στον «Ματωμένο μεσημβρινό» του Κόρμακ Μακάρθι. Είναι ένα τέρας διαφθοράς και αποτελεσματικής χρησιμοθηρίας. Ο Ελρόι στοχεύει εδώ στην καρδιά του τέρατος και στον τρόπο που η διαβολική γοητεία του συχνά συνυπάρχει με πατρική καλοσύνη. Γιατί ο Σμιθ είναι ταυτόχρονα πιστός και τρομακτικός. Σ’ έναν κόσμο τόσο βρώμικο και χαοτικό όπως αυτός που περιγράφει ο Ελρόι, η απλή καθαρότητα του βάναυσου χαρακτήρα του αποκτά μια λάμψη ευγένειας.

Η εικόνα ενός χαοτικού Λος Αντζελες σε πολεμική συσκότιση, με τους κατοίκους του άρρωστους από την αϋπνία και τις επιθυμίες φουντωμένες από την άμεση απειλή θανάτου, στοιχειώνει ολόκληρο το μυθιστόρημα. Αν και ο Ελρόι αγγίζει διάφορα θέματα εδώ –τη συνεργία αριστερών και δεξιών πολιτικών όταν η λαχτάρα για κέρδος παραμερίζει την πολυτέλεια των ιδανικών· την αδυναμία συνύπαρξης του πάθους με τον ορθολογισμό· τη διεισδυτικότητα της διαφθοράς σε όλα τα ανθρώπινα πλάσματα– το θέμα εκείνο που αποδεικνύεται πιο ανθεκτικό είναι ότι ένας πληθυσμός σε καιρό πολέμου είναι ένας πληθυσμός που ρέπει στον πυρήνα της φύσης του. Και ο πυρήνας αυτός δεν φωτίζεται από ανώτερα ιδεώδη, αλλά θερμαίνεται από αταβιστικές φωτιές και ζωώδη ένστικτα. Ο πόλεμος δεν είναι μόνο σημαίες και ηρωισμοί, ακόμα και ο «καλός» πόλεμος. Συχνά είναι ιδιοτέλεια, αχαλίνωτη πείνα και προδοσία.