ΒΙΒΛΙΟ

Η κορνίζα χωρίς τη φωτογραφία

i-korniza-choris-ti-fotografia-2049863

Μου περιέγραψε πως στον τοίχο της μικρής κουζίνας, κάτω από τα ντουλάπια, είχε μια ναΐφ ζωγραφιά: σε έναν απέραντο, ειδυλλιακό αγρό, ο Ιησούς κρατά τρυφερά ένα προβατάκι. Μου είπε επίσης πως αντικρίζοντας αυτή την εικόνα, σκέφτηκε πως βρισκόταν σε ένα στερεοτυπικό χωριάτικο σπίτι μιας εντελώς στερεοτυπικής γηραιάς Ρουμελιώτισσας. «Τα χρόνια μου να πάρεις ― κι ακόμα περισσότερα», του είπε η ηλικιωμένη γυναίκα όταν, έπειτα από πολλές επαναλήψεις, σχεδόν διά βοής (άκουγε ελάχιστα πια), της τον σύστησαν. «Παρά δύο χρόνια, εκατό», του είπε η γιαγιά, κοιτώντας τον με τα διαπεραστικά, πράσινα, κάπως γυάλινα και κάπως τραχιά την ίδια στιγμή, μάτια της.

Σουρούπωνε. Σε λίγο, θα έπεφτε για ύπνο. «Δεν παίρνω ούτε μισό χάπι», είπε στις κυρίες που συνόδευαν τον κύριο Γκρι, ανιψιές της, ξαδέλφες της. «Στο χέρι μου είναι να κοιμηθώ. Ως το πρωί, η νύχτα έχει τόσες πολλές ώρες», συμπλήρωσε. Ο κύριος Γκρι κοίταξε τις λιγοστές φωτογραφίες στο μικρό σπίτι. Αγαπημένοι ασπρόμαυροι νεκροί και νεανικά έγχρωμα πρόσωπα. Πρόγονοι, που τους χάζευαν κάπου από την αντίπερα όχθη, απόγονοι, πάνω στην αλκή της νιότης τους.

Μπορεί να μην άκουγε πια καλά, η μνήμη της όμως άντεχε: πότε οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό, πότε οι ταγματασφαλίτες εκτέλεσαν τον Γιώργο στο Χαϊδάρι, πότε οι εαμίτες σκότωσαν πισώπλατα, στη μέση του δρόμου, τον μπαρμπα-Νίκο, ενδοοικογενειακές διχόνοιες μεταξύ συννυφάδων ― και μια ανάγκη εκ μέρους της να επιδείξει πόσο τακτοποιημένο και καθαρό ήταν το σπίτι της (όντως ήταν, πιστοποιεί ο κύριος Γκρι). Ολο αυτό σε μια λούπα, κύκλοι που έκλειναν και άνοιγαν ακατάπαυστα. Είχε κι ένα βασικό μοτίβο στο οποίο επέστρεφε: ο πεθαμένος σύζυγος. «Μας έδειχνε ξανά και ξανά μια μεγάλη κορνίζα με μια σχεδόν μικροσκοπική, πρόχειρα κομμένη φωτογραφία στο κέντρο της. Δική της». Στη φωτογραφία ήταν αρχικά με τον άνδρα της. Με το που πέθανε όμως, πάνε τριάντα χρόνια τώρα, τον είχε αφαιρέσει κι έπειτα πετσόκοψε ό,τι είχε απομείνει από εκείνον και το πέταξε στη φωτιά. Το ίδιο έκανε και με όλες του τις φωτογραφίες. Μόνο τον εαυτό της είχε κρατήσει. «Μα αφού ήταν ένας ζωντανός, ζεστός, κοινωνικός άνθρωπος», της είπαν οι άλλες γυναίκες, που θυμόντουσαν καλά τον μακαρίτη. Η γιαγιά όμως ήταν ανένδοτη. Ο πεθαμένος την είχε πληγώσει. «Τριάντα χρόνια μαζί του, πίκρα», έλεγε. Δεν σήκωσε ποτέ χέρι πάνω της ούτε της μίλησε άσχημα. Του άρεσε όμως ο ποδόγυρος, αφηνόταν στη σαγήνη του. Γινόταν γελοίος και, με τον τρόπο του, έκανε κι εκείνη να δείχνει γελοία. Η γυναίκα είχε μια υπερηφάνεια. Κι όπως τους τόνισε, «Την έχω πια συνηθίσει τη μοναξιά. Μα καμιά φορά ξαπλώνω τα βράδια και λέω “πάρε με πια, μάνα, πάρε με, κουράστηκα”». Την αμέσως επόμενη στιγμή όμως, έβγαλε το πιεσόμετρο να τη μετρήσουν, επιτόπου. «Δώδεκα και επτά, θεία, θηρίο είσαι». Τότε, χαμογέλασε.

Οταν την αποχαιρέτησαν, είχε νυχτώσει. Η υγρή, δροσερή νύχτα του βουνού. Η γιαγιά είχε χαρίσει στη νεότερη κοπέλα της παρέας ένα υφαντό. Το είχε κάνει μόνη της. Ο κύριος Γκρι χώθηκε στο αυτοκίνητο κι έβαλε μπροστά. Στο σιντί είχε αφήσει να παίζει ο Ντιν Μάρτιν. «Memories are Made of This».