ΒΙΒΛΙΟ

Ενας διηγηματογράφος: ο Δημήτρης Πετσετίδης

enas-diigimatografos-o-dimitris-petsetidis-2051105

​​​​«Ήσουν κακός με τον Πετσετίδη». Τη φράση αυτή μού είχε πει ο Νίκος Ξυδάκης πριν από περίπου δεκαπέντε χρόνια. Ο,τι είχα ξεκινήσει να γράφω στην «Κ», βιβλιοκρισίες κυρίως, είχαν έρθει τα πρώτα θετικά σχόλια και κάπου εκεί ήρθε και το «καλάμι». Ο διηγηματογράφος Δημήτρης Πετσετίδης είχε τότε εκδώσει το «Ο Σαμπατές ζει και άλλες ιστορίες του γλυκού νερού», δεν με είχε ενθουσιάσει και στο σημείωμά μου έβγαλα μιαν υπερχειλίζουσα ειρωνεία – απόρροια ημιμάθειας και αλαζονείας. Το σχόλιο του αρχισυντάκτη μου τότε, όπως και ένα δύο φίλων, τη γνώμη των οποίων σέβομαι, σαν να με ξύπνησε από βαθύ ύπνο. Δεν ήταν βέβαια το τι έλεγα, αλλά το πώς. Σαν να μου έμεινε όμως ένα μικρό αγκάθι από τότε.

Μάλιστα, παρακολουθούσα την εργογραφία του Δημ. Πετσετίδη, ο οποίος με συνέπεια συνεχίζει να διακονεί το είδος της σύντομης φόρμας, με ιστορίες που σχετίζονται συχνά με τον τόπο του, τη Σπάρτη, την ιστορία της, ιδίως κατά τους εμφυλιακούς χρόνους, εξ ου και η φωτογραφία που συνοδεύει το σημερινό σημείωμα – αν και στον Πετσετίδη ο Εμφύλιος είναι όσα συνέβησαν όχι στη Βόρεια Ελλάδα αλλά στην Πελοπόννησο. Αλλοτε τα πεζά του Δημ. Πετσετίδη εκτυλίσσονται στο σήμερα ή και στην Αθήνα της δεκαετίας του ’50, την οποία πρέπει να έζησε ως φοιτητής. Εμαθα λοιπόν με τον καιρό να εκτιμώ την οικονομία, τη σαφήνεια, την απλότητα και την υπόγεια συγκίνηση που αναδίδουν τα διηγήματα και τα αφηγήματα του Σπαρτιάτη πεζογράφου και απορούσα με τον εαυτό μου: γιατί γκρίνιαξα τόσο πολύ με τον «Σαμπατέ»; Δεν υπήρχε κανένας λόγος.

Το ξανασκέφτηκα τώρα, με τη νέα συλλογή του Δημ. Πετσετίδη, που κυκλοφόρησε από την Εστία, με τίτλο «Επί τέσσερα». Ηδη έχω ξεχωρίσει μερικά πολύ ενδιαφέροντα κείμενα, μικρές φέτες ζωής, με ήρωες από σάρκα και οστά. Απλά πράγματα – αλλά όπως διατεινόταν και ο Προκόφιεφ, «υπάρχουν πολλά ωραία πράγματα σε ντο μείζονα που δεν έχουν ακόμα γραφεί». Υπόψη, ο Δημ. Πετσετίδης δεν έπαψε όλα αυτά τα χρόνια να μου στέλνει τα βιβλία του με μια τυπική μεν, πλην όμως ευγενή αφιέρωση – και, σημειωτέον, δεν με ξέρει, δεν τον ξέρω, δεν έχουμε μιλήσει ποτέ.

Δεκαπέντε χρόνια μετά, πάντως, και διαβάζοντας αυτή τη νέα συλλογή, συνειδητοποιώ ότι με τον «Σαμπατέ» του προσπάθησα να το «παίξω κριτικός» – να γίνω κι εγώ λίγο «κακός», λες και αυτό πρέπει να είναι η κριτική (τόσα καταλάβαινα μάλλον). Ηδη όμως από τότε είχα αρχίσει να αντιλαμβάνομαι ότι δεν κάνω για κριτικός. Το οφείλω στον «Σαμπατέ» αυτό. Απάλλαξε εμένα από ένα περιττό βάρος και το ελάχιστο αναγνωστικό κοινό της λογοτεχνίας στη χώρα μας από μερικές ακόμα αστοχίες εκ μέρους μου.