ΒΙΒΛΙΟ

Οι ναζί και ο βίαιος εκσυγχρονισμός

oi-nazi-kai-o-viaios-eksygchronismos-2051930

RICHARD EVANS
Το Γ΄ Ράιχ στην εξουσία
μτφ.: Κώστας Αντύπας
εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 920

Το 1934, τη στιγμή ακριβώς που ο μηχανισμός αστυνόμευσης και καταστολής του Γ΄ Ράιχ είχε εδραιώσει την παρουσία του σε ολόκληρη τη Γερμανία, οι υπάλληλοι της οικονομικής εφορίας Μονάχου δεν δίστασαν να αποστείλουν στον καγκελάριο Αδόλφο Χίτλερ ένα «ραβασάκι», με το οποίο του υπενθύμιζαν ότι δεν είχε πληρώσει ποτέ φόρο εισοδήματος και άρα χρωστούσε περισσότερα από 400.000 ράιχσμαρκ για ληξιπρόθεσμες οφειλές! Το περιστατικό αυτό, όπως και πολλά άλλα που παραθέτει ο ιστορικός Ρίτσαρντ Εβανς στο βιβλίο του «Το Γ΄ Ράιχ στην εξουσία» (1933-1939), αποδεικνύουν πόσο περίπλοκο, αντιφατικό και εν πολλοίς άγνωστο στο ευρύ κοινό παραμένει το ναζιστικό καθεστώς που οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 1933-1939, στην καρδιά της Ευρώπης.

Ο Ρίτσαρντ Εβανς, καθηγητής της Νεότερης Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ, αρχίζει την «ξενάγησή» του από την κατάρρευση της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης και την άνοδο του Χίτλερ στην καγκελαρία. Πρώτο μέλημα των ναζιστών, σημειώνει ο συγγραφέας, η εξάλειψη κάθε αντιπολιτευτικής φωνής. Την περίοδο 1933-35 θα στηθούν πρόχειρα περί τα 70 στρατόπεδα συγκέντρωσης που θα «φιλοξενήσουν» πάνω από 45.000 αντιφρονούντες. Τα Τάγματα Εφόδου ελέγχουν «το πεζοδρόμιο» και γρήγορα επιβάλλονται στις μεγάλες πόλεις με τη βιαιότητά τους, ωστόσο καίριοι θεσμοί όπως ο στρατός, το δικαστικό σώμα, η Καθολική Εκκλησία, δεν έχουν ναζιστικοποιηθεί ακόμα και η σχετική ανεξαρτησία που απολαμβάνουν έως το 1936 στέκεται εμπόδιο στα σχέδια των εθνικοσοσιαλιστών.

Η άλωση αυτών των χώρων θα γίνει σταδιακά και όχι πάντα διά της βίας. Πολλοί στρατιωτικοί με αριστοκρατική καταγωγή, δικαστικοί και ιερείς, παρά τις επιμέρους αντιρρήσεις τους, έβλεπαν με συμπάθεια το ναζιστικό κόμμα, ως το αντίπαλον δέος των κομμουνιστών, και τον Χίτλερ ως αναγκαία παρένθεση, κάτι σαν πικρό φάρμακο που έπρεπε να πάρουν όλοι για να συνέλθει η χώρα από το χάος και την αβεβαιότητα. Ακόμη και τα Ες Ες, που συγκροτήθηκαν ως «ο σιδερένιος βραχίονας» του ναζιστικού κόμματος, δεν προσείλκυσαν στις τάξεις τους λούμπεν ταραχοποιούς, αλλά καλλιεργημένους νέους από καλές οικογένειες και με υψηλή παιδεία. Πολλοί αξιωματικοί τους δεν διέθεταν απλώς πανεπιστημιακό πτυχίο αλλά και διδακτορικό.

Για την επικράτηση του αστυνομικού κράτους φυσικά και χρησιμοποιήθηκαν βασανισμοί, κατασχέσεις περιουσιών, απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, εκτελέσεις. Ο εκφοβισμός και η χειραγώγηση των πολιτών ήταν βέβαια η μία πλευρά, η άλλη, η λιγότερο γνωστή, ήταν αυτή της παθητικής συμμετοχής ή και της ανοιχτής συνεργασίας με το καθεστώς. Χιλιάδες Γερμανοί, προερχόμενοι κυρίως από τα συντηρητικά μεσοαστικά στρώματα, ένιωσαν ανακούφιση από την αποκατάσταση κάποιων βασικών λειτουργιών της κρατικής μηχανής, όπως και η πλειονότητα των εργατών όταν η ανεργία άρχισε να υποχωρεί, λογικό ήταν να συνταχθούν «με αυτούς που έκαναν τα λόγια τους πράξη». Ο Ρίτσαρντ Εβανς επανέρχεται συχνά στο θέμα της οικονομικής πολιτικής των ναζιστών και στις πρόσκαιρες επιτυχίες τους.

Αυτοκινητόδρομοι

Τον Ιούνιο του 1933, έξι μήνες μόλις μετά την ανάληψη της εξουσίας, ο Χίτλερ ενέκρινε την κατασκευή των αυτοκινητοδρόμων ταχείας κυκλοφορίας, δηλώνοντας ότι «η κατάσταση των αυτοκινητοδρόμων θα ήταν στο μέλλον το κύριο μέτρο με το οποίο θα μετριόταν η ευημερία ενός έθνους». Από το καλοκαίρι του 1933 έως το καλοκαίρι του 1938 είχαν κατασκευαστεί στη Γερμανία αυτοκινητόδρομοι διπλής κατεύθυνσης μήκους 3.500 χιλιομέτρων! Ο μηχανικός Φριτς Τοτ, που επέβλεπε την κατασκευή των δρόμων, υπολόγισε ότι το έργο απορρόφησε 600.000 ανέργους από τα έξι εκατομμύρια των επίσημα καταγεγραμμένων ανέργων. Τον Ιανουάριο του 1933, στο πρώτο ραδιοφωνικό του διάγγελμα, ο Χίτλερ τόνιζε ότι «ο βασικός μας στόχος είναι η σωτηρία του Γερμανού εργάτη με μια τεράστια επίθεση εναντίον της ανεργίας».

Ο Χιάλμαρ Σαχτ, υπουργός Οικονομικών των ναζιστών, έριξε 600 εκατ. ράιχσμαρκ απευθείας στην οικονομία για τον σκοπό αυτό, ενώ προχώρησε και στην αύξηση των κονδυλίων για τα μεγάλα δημόσια έργα. Ωστόσο η ανάκαμψη που πέτυχαν οι ναζιστές δεν είχε στόχο την ευημερία του λαού, μα τη δημιουργία μιας ισχυρής οικονομίας, ικανής να σηκώσει το βάρος ενός παγκόσμιου πολέμου. Επίσης, οι βιομήχανοι δεν έπρεπε να στραφούν προς την παραγωγή καταναλωτικών αγαθών αλλά στην αυτοκινητοβιομηχανία, την αεροναυπηγική, την κατασκευή όπλων. Η πολεμική μηχανή του Γ΄ Ράιχ, μετά το 1938, θα απορροφούσε πλήρως τα όποια κέρδη είχε η γερμανική οικονομία και οι πρώτες ελλείψεις βασικών προϊόντων θα καταγράφονταν στην αγορά του Βερολίνου.

Εγκλήματα και επιτεύγματα

Οι περισσότεροι ιστορικοί, όταν γράφουν για την κατάρρευση των επιχειρήσεων τα χρόνια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, παραβλέπουν το γεγονός ότι οι Γερμανοί από τον 19ο αιώνα είχαν αναπτύξει ήδη, πρώτοι στην Ευρώπη, τους κλάδους της μηχανολογικής και της χημικής βιομηχανίας, στηριζόμενοι, όπως επισημαίνει ο Εβανς, στα δικά τους τμήματα έρευνας, στα οποία νυχθημερόν εργάζονταν επιστήμονες διεθνούς επιπέδου.

Η επιστημονική έρευνα στις νέες τεχνολογίες δεν ανακόπηκε από το «κραχ», ούτε από τον Χίτλερ, αντιθέτως χρηματοδοτήθηκε χωρίς περιορισμούς, ακόμη κι όταν οι ερευνητές ήταν εβραϊκής καταγωγής. Ασφαλώς λίγοι γνωρίζουν ότι τεχνολογικές καινοτομίες, όπως ο αεριωθούμενος κινητήρας, τα ηλεκτρονικά μικροσκόπια και ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, εφευρέσεις όπως ο χάλυβας ψυχρής έλασης, η αεροφωτογραφία, τα μαγνητόφωνα, οι ακτίνες Χ, το έγχρωμο φιλμ, οι κινητήρες ντίζελ, οι βαλλιστικοί πύραυλοι, το περίφημο «αυτοκίνητο του λαού» (Volskwagen), γνωστό και ως «σκαθάρι», βγήκαν όλα από τα εργαστήρια της ναζιστικής Γερμανίας.

Ο ναζισμός ήταν ένα καθεστώς βίας και ανομίας, μα κι ένα καθεστώς νεωτερικότητας. Ο ναζιστικός εκσυγχρονισμός συντελέστηκε σε ένα περιβάλλον ταχείας κοινωνικής και οικονομικής αλλαγής, με θεαματικά αποτελέσματα σε κάποιους τομείς, έστω κι αν η κινητήριος δύναμή του ήταν η στρατιωτική προετοιμασία για τη μεγάλη σύγκρουση. Το καίριο ερώτημα, βέβαια, είναι αν τα οικονομικά και τεχνικά επιτεύγματα «υποβιβάζουν» στη συλλογική μνήμη των Γερμανών (ή όποιων άλλων νοσταλγών) και τα φριχτά εγκλήματα που ταυτόχρονα συντελέστηκαν.