ΒΙΒΛΙΟ

Μαγνητική τομογραφία της ανθρώπινης ψυχής

magnitiki-tomografia-tis-anthropinis-psychis-2051933

PAUL AUSTER
Σάνσετ Παρκ
μτφρ: Σπύρος Γιανναράς
εκδ. Μεταίχμιο, σελ. 310

Το μυστικό της επιτυχίας του Πολ Οστερ είναι η βαθιά ειλικρίνειά του –ή τουλάχιστον η πρόθεσή της– να βυθιστεί στην αναζήτηση. Και να δοκιμάζει συνεχώς τα όρια του συγγραφέα, μέσα από τα διαρκώς μετατοπιζόμενα σύνορα του ανθρώπου. Τα βιβλία του δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαρκής αποτύπωση, μια μαγνητική τομογραφία, κινούμενη και ανανεούμενη της ανθρώπινης ψυχής και αναπόφευκτα του εσωτερικού πυρήνα ενός γραφιά. Αυτά τα δύο βαδίζουν παρέα, αδιαχώριστα.

Γι’ αυτό είναι πιο κοντά από κάθε άλλον Αμερικανό συγγραφέα στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα. Στο πρώτο του κύτταρο. Στη θερβαντική ουσία, άμα μπορούμε να μιλάμε για κάτι τέτοιο. Ο ίδιος προτού αρχίσει να απολαμβάνει την ανταπόκρισή του στο κοινό και την εμπορική επιτυχία είχε προλάβει να δώσει «Το χρονικό μιας πρώιμης αποτυχίας» (εκδ. Σ. Ι. Ζαχαρόπουλος, μτφρ.: Βίκυ Κυριαζή, 2003). Μέσα σ’ εκείνη την προσωπική αφήγηση κρύβονται όλα τα ψήγματα της μετέπειτα γραφής του. Η εκάστοτε ατομική ήττα που σε κάνει κάποτε συγγραφέα, άμα έχεις μολυνθεί εγκαίρως από το μικρόβιο της ανάγνωσης και της λογοτεχνίας. Η ενοχή. Ο Οστερ παίζει τρομερά με την ενοχή, με τις τύψεις, με ό,τι κρύβεται μέσα μας και λειτουργεί υπόγεια, στο ασυνείδητο κομμάτι μας.

Στο «Sunset Park», που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, σε μετάφραση Σπύρου Γιανναρά, ο συγγραφέας λέει μια σύγχρονη ιστορία στην Αμερική της κρίσης. Ενας νέος άνθρωπος εγκαταλείπει τη ζωή του, όπως την ήξερε μέχρι τότε, την οικογένειά του και αποφασίζει να τιμωρήσει τον εαυτό του. Κλειδώνεται έξω από τον κόσμο που είχε μεγαλώσει και μπαίνει σε έναν άλλον που τον επιλέγει από τις συνθήκες τις εξωτερικές, αλλά κυρίως από την εσωτερική του ανάγκη. Το προσωπικό του τραύμα ανθεί. Και αιμορραγεί. Συνεχώς. Το βάρος ότι ευθύνεται για τον θάνατο του αδελφού του. Θα προσπαθήσει να συμφιλιωθεί με τον δικό του τρόπο. Πώς να συνθηκολογήσεις όμως με την απώλεια της ζωής, με την πιθανότητα ότι έφταιξες στην αφαίρεσή της; Μα, επιχειρώντας να θάψεις το παρελθόν και να φτιάξεις ένα καινούργιο παρόν που δεν είχες φανταστεί μέχρι τώρα. Η ζωή σ’ αυτό το διαρκές παρόν θα σε ξαναφέρει πίσω. Εκεί απ’ όπου ξεκίνησες. Αντιμέτωπος με τους εφιάλτες και τα φαντάσματά σου.

Οι «εχθροί» μέσα μας

Μπορεί να μην είναι ανεμόμυλοι, αλλά είναι οι δικοί σου «εχθροί» και είναι κλειδωμένοι μέσα σου, στο μυαλό και στην ψυχή σου. Φωλιάζουν και σε τρώνε. Γι’ αυτό είναι σπουδαίος ο Οστερ. Γιατί με μια αφήγηση που σε παρασέρνει εντός της και φαινομενικά δεν είναι τόσο δραματική, δεν είναι τόσο τραγική, σε ρουφάει με τη δεινότητά του να φτιάχνει δίνες και σε πάει κατευθείαν σ’ εσένα. Στις δικές σου αναζητήσεις. Στο δικό σου «κακό» που κουκουλώνεις. Ολοι κρύβουμε κάτι που σαπίζει αργά μέσα μας. Αλλος τον φόβο του θανάτου, άλλος την έλλειψη ότι δεν αγαπήθηκε αρκετά, το παράπονο ότι δεν έγινε όσο αποδεκτός επιθυμούσε. Ολα αυτά παίρνει πότε τον φακό, πότε ένα κεράκι από πίνακα του Ρέμπραντ, πότε μια κοσμοπολίτικη πυρκαγιά από στενάκι της Νέας Υόρκης και σου φωτίζει τον δρόμο. Να περπατήσεις στα μονοπάτια του. Σου δίνει τα παπούτσια του ο Οστερ να διανύσεις αυτές τις αποστάσεις προς τον εαυτό σου με τα δικά του λογοτεχνικά μέσα.

Γι’ αυτό γητεύει το κοινό του. Με σημερινές λέξεις για όχημα, συνεχίζει στα χνάρια του Δον Κιχώτη, γράφει δηλαδή μυθιστόρημα: αναζητά συνεχώς, αμφιβάλλει, αλλάζει τους όρους, μοιράζει αλλιώς την τράπουλα, αναρωτιέται, μετακινεί τα τείχη από τις όποιες βεβαιότητες. Ο αναγνώστης βλέπει τη ζωή του να περνάει μπροστά από τα μάτια του –όχι σε επίπεδο εξωτερικών καταστάσεων–, αλλά σε όλα τα ψυχικά υποστρώματα που διαθέτει. Πώς βιώνει την ήττα, την απώλεια.

Πώς ζει με την ενοχή. Πώς σηκώνει το άχθος της απόρριψης, του μίσους, της απομόνωσης. Πώς μετανιώνει για όλα. Ισως και όταν είναι πια αργά. Και κάπως έτσι, ο ηττημένος γραφιάς που δεν τον φτάνουν οι λέξεις, γίνεται ο νικητής που τα παίρνει όλα: τον αναγνώστη μαζί του σ’ αυτή την υπέροχη περιπέτεια που λέγεται μυθιστόρημα και μας μαγεύει ακόμα. Ισως σ’ αυτή την κατακερματισμένη ζωή που ζούμε, οι αφηγήσεις αυτές που σηκώνουν τον καθρέφτη να δούμε ολόκληρο τον εαυτόν μας, είναι και ό,τι μας έχει απομείνει.

«Τα βιβλία δεν είναι για όλους»

«Οι άνθρωποι θα συνεχίσουν να γράφουν και να διαβάζουν ιστορίες. Είναι κάτι ανεξάντλητο. Δεν με πτοούν τα κινητά και τα μέιλ. Νομίζω ότι η τεχνολογία δεν αλλάζει ριζικά τον τρόπο σκέψης μας. Πάντοτε οι νέοι είχαν αποσπάσεις: η γρήγορη οδήγηση, το αλκοόλ, το ροκ. Το θέμα είναι ότι τα βιβλία δεν είναι για όλους. Πάντοτε έτσι ήταν. Δεν είναι δυνατόν να περιμένεις να ενδιαφέρονται όλοι για το μυθιστόρημα. Ποτέ δεν ίσχυε αυτό και ποτέ δεν θα ισχύει. Αλλά όσοι ενδιαφέρονται, έχουν μια αγάπη κι ένα πάθος για τη λογοτεχνία. Σε όλη την οικουμένη, οι άνθρωποι πεινούν για ιστορίες. Δεν είναι ανάγκη οι ιστορίες να προέρχονται από μυθιστορήματα. Μπορεί να είναι ταινίες, τηλεόραση, κόμικς – οι αφηγήσεις έχουν τόσο πολλές μορφές».  ​​Πολ Οστερ, Γεύμα με την «Κ», Κυριακή, 30 Σεπτεμβρίου 2013