ΒΙΒΛΙΟ

Η βραβευμένη ελεγεία της ανωριμότητας

i-vraveymeni-elegeia-tis-anorimotitas-2051935

ΦΡΕΝΤΕΡΙΚ ΜΠΕΓΚΜΠΕΝΤΕ
Ενα γαλλικό μυθιστόρημα
μτφρ. – σχόλια: Γιώργος Βουδικλάρης
εκδ. Αστάρτη, σελ. 308

Αν ο Σταντάλ ήταν εκείνος που εισήγαγε τον όρο εγωτισμός –ορίζοντας έτσι την αναλυτική μέθοδο που χρησιμοποιεί ένας συγγραφέας για να μελετήσει τον ίδιο του τον εαυτό και να τον ολοκληρώσει– η λέξη, μέσα στον χρόνο, απογυμνώθηκε από το ηθικό της περιεχόμενο και συρρικνώθηκε, προσλαμβάνοντας αρνητική χροιά. Σήμερα πια σημαίνει την υπερβολική γνώμη που έχει κανείς για τον εαυτό του, τη μανία περιαυτολογίας. Την αυτοδικαιωτική αυθιστόρηση, επίσης, όταν η λέξη προσγειώνεται στην επικράτεια της αυτοβιογραφίας. Την εξομολογητική εκμυστήρευση που μεταμορφώνει την ιδιωτική (και όχι πάντοτε ενδιαφέρουσα) ιστορία του αυτοβιογραφούμενου σε μια έμμονη, διαμαρτυρόμενη, κραυγαλέα, αδιάκοπα φωνασκούσα υπεράσπιση του εγώ.

Ο Φρεντερίκ Μπεγκμπεντέ είναι χαρακτηριστικό δείγμα ενός τέτοιου συγγραφέα: γόνος καλής οικογενείας, αδελφός πολυεκατομμυριούχου, επί χρόνια μέλος του διεθνούς τζετ σετ, ένθερμος θιασώτης της νυχτερινής ζωής, κοσμικός δανδής, καταπιάστηκε με τη λογοτεχνία για να αποτυπώσει τις εμπειρίες της ατίθασης (αλλά απολύτως προστατευμένης) νιότης του με τα βιβλία «Αναμνήσεις ενός διαταραγμένου νέου» και «Διακοπές σε κώμα». Ακολούθησε το μυθιστόρημά του «Ενα γαλλικό μυθιστόρημα», βραβευμένο με το Renaudot και θηριώδες μπεστ σέλερ στη Γαλλία.

Στο βιβλίο αυτό το παρόν υποχωρεί για να δώσει τη θέση του σε μιαν επίπονη ανάκληση του παρελθόντος, ενός παρελθόντος λησμονημένου, θαμμένου κάτω από τις προσχώσεις της οικογενειακής σιωπής, που σφράγισε τα παιδικά χρόνια του αφηγητή μετατρέποντάς τα σε «αξεδιάλυτο μυστήριο» και τον καθήλωσε σε μιαν αμνήμονα ύπαρξη.

Αφετηρία της γραφής είναι η προσωρινή κράτηση του συγγραφέα σ’ ένα «παγωμένο, βρωμερό κελί» ύστερα από τη σύλληψή του για δημόσια χρήση κοκαΐνης· αλλά η διαδρομή, αντί να τον οδηγήσει από την εγωλογία και τον εαυτό προς την ετερότητα, προς τον Αλλο, έστω κι αν αυτός δεν είναι παρά ο αδελφός του με τον οποίο διατηρεί μια σχέση αγάπης-φθόνου, τον εγκλείει ακόμη περισσότερο στο αυτιστικό, εγωπαθές του σύμπαν.

«Αχ εγώ ο καημένος!»

Ο Μπεγκμπεντέ προσπαθεί να ανασυνθέσει μνημονικά ίχνη, στέκεται, ωστόσο, μονάχα στην επιφάνεια: η ιστορία της οικογένειάς του, στερεότυπα μεγαλοαστικής, δεν είναι παρά μια διαδοχή ανεκδότων, μέσα από τα οποία ο αφηγητής πασχίζει να δικαιολογήσει την κενότητα του βίου του και τον παραλογισμό της δημόσιας παρουσίας του – χωρίς ωστόσο να μπορεί να απελευθερωθεί από αυτήν. Μέσα στο κελί του ανακαλύπτει για πρώτη φορά έναν κόσμο οδύνης και εξεγείρεται σαν κακομαθημένο παιδί που το ταλαιπωρούν: δυο μόνο μέρες κράτησης και ο αφηγητής δεν είναι πλέον «παρά μια σκιά, ένας τρελαμένος σκλάβος, ένας ζωντανός-νεκρός που τον τραβολογάνε από το ένα μέρος στο άλλο με τα χέρια δεμένα, μπλάβος, υποταγμένος, βουβός, παραπαίων». Θα μπορούσε να ήταν αυτοπαρωδία, αν δεν αποτελούσε ένα ενοχλητικό δείγμα επαναλαμβανόμενου αυτοοικτιρμού: «Αχ εγώ ο καημένος!

Ποιος θα με αποζημιώσει για όσα μου οφείλονταν και ποτέ δεν μου δόθηκαν;». Η ναρκισσιστική, σολιψιστική, αυτοπαθής εξιστόρησή του τον εκτρέπει είτε προς την αμετροέπεια –όταν δεν διστάζει να παραλληλίσει τη δίωξή του με αυτήν ενός Ζολά (!)– είτε προς την απρέπεια –όταν παραλληλίζει το αποσιωπημένο διαζύγιο των γονιών του με τη λιτή ρητορική της πέμπτης Δημοκρατίας σχετικά με τα γεγονότα της Αλγερίας– είτε ακόμη και προς την ύβρι – όταν, επανέρχεται στο τραύμα του γονεϊκού διαζυγίου τολμώντας να το συνδέσει με τη μόνη ηρωική στιγμή του οικογενειακού παρελθόντος, τη διάσωση μιας οικογένειας Εβραίων την περίοδο της κατοχής: «Το 1942 τα παιδιά δεν ήξεραν τίποτα για τους Εβραίους που έκρυβαν οι γονείς τους στον δεύτερο όροφο της Βίλα Ναβάρα· τριάντα χρόνια αργότερα, τα παιδιά δεν ήξεραν τίποτα για το διαζύγιο των ίδιων τους των γονιών», γράφει.

Κι όμως, το «Γαλλικό μυθιστόρημα» έχει την αξία του: αναλωμένος από τις επιθυμίες του μα πάντα αγχωδώς ανικανοποίητος, απορρίπτοντας κάθε εξουσία αφού την ταυτίζει με την αυθαιρεσία, συναισθηματικά εκπτωχευμένος αλλά ακόρεστα απαιτητικός, ο αφηγητής ταλαντεύεται ανάμεσα στον παιδισμό και τη θυματοποίηση, καταδικασμένος σε μιαν αέναη αναζήτηση ευδαιμονίας αλλά μη βρίσκοντας παρά την εσωτερική ερήμωση.

Στο τέλος, ωστόσο, η συσκοτισμένη, αεί διαφεύγουσα αλήθεια την οποία παλεύει να αδράξει, επιτέλους θα αναδυθεί: ο αχαλίνωτος ατομικισμός του έχει στήσει το σκηνικό της ίδιας του της ήττας. Τα σαθρά θεμέλια του αυθιστορούμενου υποκειμένου έχουν κονιορτοποιηθεί, κι ίσως είναι καιρός να προσπαθήσει να ξαναοικοδομήσει έναν εαυτό αναζητώντας τους ψυχολογικούς πόρους προς την ωρίμανση στην απέραντη επικράτεια της αγάπης. Αγάπης για ένα παιδί, που δεν είναι ο εαυτός του.