ΒΙΒΛΙΟ

Το θρίλερ του πένθους

to-thriler-toy-penthoys-2053012

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΟΡΤΩ
Επειδή είναι η καρδιά μου
εκδ. Πατάκη, σελ. 238

Δεν υπάρχει τίποτα πιο παράλογο από τον θάνατο εκείνων που αγαπάμε, μας λέει ο Αύγουστος Κορτώ έναν χρόνο μετά το πένθιμο «Βιβλίο της Κατερίνας». Αυτό εδώ είναι το βιβλίο της Νόρας και του Χάρη, που χάνονται μαζί στις παραισθήσεις της παράνοιας, αδυνατώντας να αντέξουν την επίγνωση του αδόκητου χαμού του εξάχρονου γιου τους. Η λογική τους αρνείται να αποδεχθεί την παράλογη απώλειά τους. Γι’ αυτό είναι και οι δύο έτοιμοι να καλωσορίσουν την υπερφυσική επανεμφάνιση του παιδιού τους σε ένα κοινό όνειρο, όπου τους υπόσχεται την επιστροφή του στη ζωή με τον όρο, όμως, να κάνουν πρώτα αυτό που φοβούνται περισσότερο, «αυτό που κανένας άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει χωρίς να ξεπεράσει τα όρια του εαυτού του».

Στη γριφώδη παραίνεση διαφαίνεται ένα πεισιθάνατο κάλεσμα. Ωστόσο, το ανδρόγυνο του μυθιστορήματος απωθεί τη σκέψη της αυτοκτονίας, αποφασισμένο να φτάσει μέχρι τον πάτο του πένθους. Η μητέρα, ιδίως, δεν διανοείται να επισπεύσει την αποδημία της, διότι έτσι θα επέσπευδε και τον ανέκκλητο αφανισμό του γιου της, το σβήσιμό του από τη μνήμη. Δεν μπορούσε να σκοτώσει ό,τι ζωντανό από εκείνον επιζούσε μέσα της. «Κι αν δεν υπάρχει τίποτα μετά, και μαζί με την ύπαρξη χάσω και το μοναδικό πολύτιμό μου απόκτημα;». Αλλωστε η θυσία που ζητούσε το όνειρο δεν γινόταν να είναι η αυτοκτονία, καθώς η αληθινή υπέρβαση ήταν πως ζούσε με τον γιο της νεκρό κάθε μέρα, με την τρελή ελπίδα να δρασκελίσει κάποτε οριστικά «το χάσμα της παραφροσύνης για να ξαναγίνει η μάνα του». Ηξερε καλά πως το πιο δύσκολο απ’ όλα θα ήταν να τον ξεχάσει, να τον εγκαταλείψει στον θάνατο και να γεννήσει ένα άλλο παιδί. Ο,τι πιο απάνθρωπο και μαζί ανθρώπινο μπορούσε να σκεφτεί.

Ο Κορτώ φτάνει στα άκρα τον ακαταδάμαστο πόνο της απώλειας, αποδίδοντας πειστικά το σάλεμα του νου από το αδιανόητο, που τον υπερβαίνει. Ο Χάρης ως γιατρός προσπαθεί να γίνει η φωνή της λογικής και να ανασύρει τη Νόρα από τα θολά νερά της τρέλας, η λογική, όμως, τον καταδικάζει σε αβάσταχτη ερήμωση και καταλήγει και εκείνος μέρος μιας «δυαδικής ψύχωσης». Πασχίζοντας να παραμείνουν, έστω και υποτυπωδώς, στον υπαρκτό κόσμο, παρέσυραν ο ένας τον άλλο σε μια ψευδαισθητική πραγματικότητα, όπου ο θάνατος του γιου τους ήταν αναστρέψιμος. Μες στην αλλοφροσύνη του σπαραγμού τους αποκτούσαν μια στρεβλή, παρήγορη διαύγεια, που τους επέτρεπε να προσμένουν εκστατικοί τον μικρό επισκέπτη από το επέκεινα.

Η τελική σκηνή του δράματος εκτυλίσσεται σε μια παγωμένη κρεβατοκάμαρα, όπου τα δύο κορμιά, σακατεμένα, στεγνά και βαθιά λυπημένα, παλεύουν ματαίως να σμίξουν, ανταλλάσσοντας τον πόθο με έλεος. Η σπαρακτική τους πάλη διακόπτεται από την υπόνοια μιας φρικτής απειλής. Ολόγυμνοι, τυφλοί από το σκοτάδι, αναριγώντας από ένα πολικό, υπερκόσμιο ψύχος, νιώθουν ένα αόρατο πλάσμα «να αναδύεται απ’ την ανυπαρξία του θανάτου και να ζυγώνει, με βήματα αθόρυβα σαν του κλέφτη, στην όχθη της ζωής». Ο τρόμος, που ακαριαία τους σαρώνει, κατασιγάζει κάθε λυγμό και μες στη νεκρική σιγή της κομμένης τους ανάσας διαπράττουν την έσχατη προδοσία, τρελαμένοι από μια θυελλώδη θέληση για ζωή.

Στο μυθιστόρημα επανέρχονται βασικά μοτίβα της πεζογραφίας του Κορτώ, όπως ο θάνατος, η μητρική μορφή και η δίκοπη όψη της αγάπης. Μολονότι ο συγγραφέας εστιάζει το βλέμμα του στο ψυχικό τσάκισμα των ηρώων, δίνει επίσης ιδιαίτερη προσοχή στην αφηγηματική ροή και τις διακυμάνσεις της. Ετσι οι παρατηρήσεις για τις ψυχωσικές παρακρούσεις προετοιμάζουν την εισβολή εξωφρενικών επεισοδίων, ενώ η τραγικότητα διεμβολίζεται αιφνιδίως από την απροσμάχητη γελοιότητα. Το βάρος της απώλειας, που πονάει τόσο το μυαλό μέχρι που το τρελαίνει, μετατρέπεται ευρηματικά σε θρίλερ, ενώ η οδύνη του θανάτου απολήγει σε μια αλλόκοτη φαντασμαγορία, ένα παραμύθιασμα για να εξημερωθεί ο πιο άγριος φόβος, της ζωής.