ΒΙΒΛΙΟ

Γλώσσα και μνήμη ως κοινωνική κατασκευή

glossa-kai-mnimi-os-koinoniki-kataskeyi-2055219

MAURICE HALBWACHS
Τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης
μετ.: Ελευθερία Ζέη
πρόλογος: Ρίκα Μπενβενίστε,
επίμετρο: Gérard Namer
εκδ. Νεφέλη, σελ. 408

Διαβάζουμε: «…το ξυλοκρέβατο όπου σάπιζαν ο Αλβάκς και ο Μασπερό. Βδομάδα τη βδομάδα είχα δει ν’ ανατέλλει, ν’ ανθίζει στα μάτια τους το μαύρο χάραμα του θανάτου». Κι ακόμα: «Ο καθηγητής Μορίς Αλβάκς είχε φτάσει στο όριο των ανθρώπινων αντιστάσεων. Αδειαζε σιγά σιγά από την υπόστασή του, είχε φτάσει στο έσχατο στάδιο της δυσεντερίας, η οποία τον οδήγησε στη δυσωδία».

Τα αποσπάσματα προέρχονται από το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Χόρχε Σεμπρούν «Γραφή ή ζωή» (Εξάντας, 1996). Οι τελευταίες μέρες του Μορίς Αλβάκς, του Γάλλου στοχαστή, καθηγητή της Σορβόννης και του Collège de France, που πέθανε εξαθλιωμένος στο ναζιστικό στρατόπεδο Μπούχενβαλντ σε ηλικία 68 ετών, ελάχιστα πριν από την απελευθέρωση του στρατοπέδου από τους συμμάχους, καταγράφονται από τον επίσης κρατούμενο και αλλοτινό φοιτητή του Αλβάκς, τον 22χρονο τότε Σεμπρούν. Ο Αλβάκς, που είχε παντρευτεί την εβραϊκής καταγωγής Ιβόν Μπας (ο πεθερός του Βικτόρ Μπας ήταν ο πρόεδρος της Λίγκας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου) συνελήφθη από την Γκεστάπο ως συνεργός του γιου του και με την κατηγορία της κατασκοπείας το 1944. Μέχρι και το 2013, οπότε κυκλοφόρησαν στα ελληνικά τα κλασικά έργα του Αλβάκς, το υπό συζήτησιν «Τα κοινωνικά πλαίσια της μνήμης» (εκδόσεις Νεφέλη) καθώς και το «Η συλλογική μνήμη» (εκδόσεις Παπαζήση), το μη ειδικό αναγνωστικό κοινό στη χώρα μας θα γνώριζε ίσως το όνομα του μεγάλου διανοουμένου με το τραγικό τέλος μονάχα μέσα από τις σελίδες του Σεμπρούν.

Τα «Κοινωνικά Πλαίσια» εκδίδονται τώρα με περισσή φροντίδα. Τόσο ο μη ειδικός αναγνώστης που αγαπά τον κοινωνιολογικό και τον ιστορικό στοχασμό, όσο και, φυσικά, το ειδικό κοινό, θα απολαύσουν το θεμελιώδες αυτό σύγγραμμα με τη βοήθεια της κατατοπιστικής εισαγωγής της ιστορικού Ρίκα Μπενβενίστε και του εκτενούς επιμέτρου του καθηγητή της κοινωνιολογίας Ζεράρ Ναμέρ (1928-2010). Το τελευταίο, έκτασης 70 περίπου σελίδων, συνιστά πολύτιμη αυτοτελή εργασία-σύνοψη για την προσωπικότητα και το έργο του Αλβάκς. Ο (εβραϊκής καταγωγής) Ναμέρ αφιερώθηκε σε μεγάλο βαθμό στην εκ νέου ανακάλυψη του έργου του Αλβάκς, ενώ μερίμνησε για την επανέκδοση των «Κοινωνικών πλαισίων» και της «Συλλογικής μνήμης» τη δεκαετία του ’90. Στα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου ο Αλβάκς συγκρούεται με καθιερωμένους φιλοσόφους της εποχής του, όπως ο Μπερξόν, και με μεγάλους επιστήμονες-διανοητές όπως ο Φρόιντ, αρνούμενος την ιδέα της μνήμης ως αποκλειστικά ή κυρίως ατομικής υπόθεσης. Εκλαϊκεύων συνεχιστής αλλά και αναθεωρητής του θεμελιωτή (μαζί με τους Βέμπερ και Κοντ) της κοινωνιολογίας Εμίλ Ντιρκέμ, εισηγείται τη μνήμη ως κοινωνική κατασκευή και προτείνει συγκεκριμένα «πλαίσια» που, συνδυαζόμενα, θα μας επιτρέψουν την ανασυγκρότησή της. Κομβικός είναι στο έργο του ο ρόλος της γλώσσας ως αυτοτελούς τέτοιου πλαισίου αλλά και ως διαμεσολαβητικής ενός ολόκληρου «συστήματος κοινωνικών συμβάσεων» που την στηρίζουν. Στα επόμενα κεφάλαια αναπτύσσει περαιτέρω τον κοινωνικά προσδιορισμένο χαρακτήρα των πλαισίων της μνήμης εφαρμόζοντας τη θεωρία του σε διαφορετικά «κοινωνικά περιβάλλοντα», όπως τα αποκαλεί: οικογένεια, θρησκευτική κοινωνία, κοινωνική τάξη. Εχοντας ήδη δείξει ότι «η μνήμη είναι συλλογική λειτουργία» θα προχωρήσει σε διεισδυτικές παρατηρήσεις στα συμπεράσματά του: «Σίγουρα είναι δύσκολο να αλλάξουμε το παρόν, μήπως όμως δεν είναι πολύ πιο δύσκολο, από ορισμένες απόψεις, να μεταμορφώσουμε την εικόνα του παρελθόντος, που κι αυτή υφίσταται, τουλάχιστον εικονικά, μέσα στο παρόν, εφόσον η κοινωνία φέρει πάντα στη σκέψη της τα πλαίσια της μνήμης της;» γράφει.

Στο επίμετρό του ο Ναμέρ συνδέει, επίσης, τη συγγραφή των «Πλαισίων» με τη ζωή, την εποχή και την πολιτική στράτευση του Αλβάκς στις σοσιαλιστικές ιδέες. «Τα Κοινωνικά πλαίσια της μνήμης», σημειώνει, «καταλήγουν σε έναν τρόπο να στοχάζεται κανείς το κοινωνικό γίγνεσθαι, τρόπο συγχρόνως κοινωνιολογικό και πολιτικό», κυρίως όμως καλούν τον αναγνώστη «να πάρει το μέρος της μνήμης εναντίον της αμνησίας».