ΒΙΒΛΙΟ

Τόμαν Μαν, ο δρόμος της εξορίας

toman-man-o-dromos-tis-exorias-2055409

Αν και είχε υπερασπισθεί με την πένα του την εμπλοκή της χώρας του στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Τόμας Μαν θεωρούσε την οποιαδήποτε πολιτική ή εθνική στράτευση ενός συγγραφέα άκρως επικίνδυνη και για τον ίδιο και για τη λογοτεχνία. «Ο μυθιστοριογράφος πρέπει να δημιουργεί και όχι να ενεργεί», συνήθιζε να λέει στους πολιτικοποιημένους επικριτές του και ιδιαίτερα στον μεγαλύτερο αδελφό του Χάινριχ, που είχε ήδη στρατευθεί στο πλευρό των κομμουνιστών.

Η περίοδος όμως της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης φαίνεται πως έβγαλε τον Μαν από τον «γυάλινο πύργο» του. Δεν ήταν τόσο ο πληθωρισμός, η ανέχεια, η ανεργία και οι καθημερινές συγκρούσεις στους δρόμους που κινητοποίησαν τον συγγραφέα, όσο η άνοδος των εθνικοσοσιαλιστών, «αυτής της αντιαισθητικής, εγκληματικής συμμορίας, δίχως ηθικούς φραγμούς και πολιτική σκέψη», που είχε σοκάρει τον δημιουργό των «Μπούντενμπροκ».

Ο Τόμας Μαν ήταν από τους λιγοστούς ανθρώπους του πνεύματος που προείδε και προειδοποίησε ανοιχτά για τον ναζιστικό κίνδυνο. Ηδη από το 1930 είχε ταχθεί κατά της συμμετοχής των χιτλερικών σε οποιαδήποτε κυβέρνηση σχηματιζόταν στη χώρα του. Η πολεμική του ασφαλώς ενισχύθηκε και από ένα αίσθημα ευθύνης προς τον τόπο και την ιστορία του, αφότου τιμήθηκε το 1929 με το βραβείο Νομπέλ της λογοτεχνίας. Ο μεγαλύτερος εν ζωή Γερμανός συγγραφέας δεν θα μπορούσε να σιωπά όταν η χώρα του κατρακυλούσε στην άβυσσο. Ασφαλώς σημαντικό ρόλο για την πολιτική του αφύπνιση θα έπαιξε και το γεγονός ότι η αγαπημένη του σύζυγος Κάτια ήταν εβραϊκής καταγωγής και ήδη είχε γνωρίσει το αντισημιτικό μένος των ναζί.

Για καλή ή για κακή του τύχη, η άνοδος του Χίτλερ στην Καγκελαρία θα βρει τον Μαν στο εξωτερικό. Τα παιδιά του και οι φίλοι τού διαμηνύουν να αναβάλει την επιστροφή του στο σπίτι του στο Μόναχο, καθώς η κατάσταση παρέμενε έκρυθμη και η αστυνομία ήδη είχε προβεί σε έρευνες γι’ αυτόν και την οικογένειά του. Αρχίζει λοιπόν έτσι η περιπλάνησή του σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να καταλήξει τελικά στη Ζυρίχη, όπου και εγκαθίσταται για τρία έτη. Το ναζιστικό καθεστώς «παγώνει» τα περιουσιακά του στοιχεία, αλλά τα βιβλία του δεν ρίχνονται στην πυρά όπως των άλλων αντιφρονούντων. Αντιθέτως κυκλοφορούν ελεύθερα με την ίδια πάντα επιτυχία. Το καθεστώς δεν θέλει να τον εξωθήσει στα άκρα.

Ισως ευελπιστεί ότι θα ξαναγυρίσει στη Γερμανία και θα γίνει ένας «άνθρωπος-βιτρίνα», ο οποίος θα επιβεβαιώνει προς τα έξω την ύπαρξη μιας κανονικότητας στο εσωτερικό της χώρας. Από την άλλη, καθώς τα νέα από την πατρίδα γίνονται ολοένα και πιο δυσάρεστα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που τον πιέζουν να ταχθεί και γραπτώς εναντίον των ναζιστών. Μια δημόσια καταδίκη τους από την πένα του πιστεύουν ότι θα δώσει το σωστό μήνυμα στην πολιτισμένη Ευρώπη. Το ίδιο υποστηρίζουν και τα παιδιά του. Την Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 1936, ο Τόμας Μαν επισκέπτεται τα γραφεία της γερμανόφωνης εφημερίδας “Neue Zurcher Zeitung” και παραδίδει μια επιστολή με την οποία επιτίθεται «κατά μέτωπον» στη χιτλερική Γερμανία. Θα δημοσιευθεί, όπως τον πληροφορούν, τη Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου, μέχρι τότε αν το επιθυμεί μπορεί να την αποσύρει. Το τριήμερο που θα μεσολαβήσει θα αποδειχθεί από τα πιο τυραννικά της ζωής του για τον πάντα εχέφρονα και διαλλακτικό συγγραφέα.

Ο φόβος του ότι κόβοντας οριστικά τις γέφυρες με το καθεστώς, κόβει και τις γέφυρες με τη γενέθλια γη και το αναγνωστικό του κοινό, τον πανικοβάλλει κρατώντας τον άγρυπνο τις νύχτες. Αυτή η εσωτερική πάλη «για το μικρότερο και το μεγαλύτερο κακό», αποτυπώνεται καίρια στο μυθιστόρημα της Ολλανδής Μπρίτα Μπέλερ, που βασίζεται στα ημερολόγια του Τόμας Μαν και επιτυγχάνει να φωτίσει το παρασκήνιο μιας κρίσιμης όσο και ιστορικής απόφασης.

​​Μπρίτα Μπέλερ «Τόμας Μαν. Οι τρεις κρίσιμες μέρες» Μυθιστόρημα. Μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου
Εκδόσεις «ΚΑΠΟΝ» Σελ. 164, 15 ευρώ