ΒΙΒΛΙΟ

Ο ωραίος λοχαγός

o-oraios-lochagos-2058181

Hταν «ένας ωραίος ναύτης, σαν του Τσαρούχη», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο Μάνος Χατζηδάκις, την πρώτη φορά που τον είδε επισκέπτη στο σπίτι του, κι έγινε, με τα χρόνια, ο «ωραίος λοχαγός» της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας. Τα «Μηχανάκια» του και η «Βιοτεχνία υαλικών» της Μπέμπας Ταντή άφησαν ανεξίτηλα ίχνη στη σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία, κι η παρουσία του κοσμούσε τις εκδηλώσεις και τις παρέες, λογοτεχνικές και μη. Ο αδόκητος θάνατός του συγκλόνισε σινάφι, Μέσα και αναγνωστικό κοινό.

Η ειδησεογραφία της θλιβερής στιγμής, βιαστική, αγχωμένη και αποσπασματική, σύντομα θα δώσει τη θέση της στην επανεκτίμηση του σημαντικού έργου ενός συγγραφέα, ο οποίος ανανέωσε την ηθογραφία και την αθηναιογραφία και αγάπησε βαθιά και αγνά την Πλατεία Βικτωρίας και τη μουσική. Η τελευταία του δημόσια παρουσία και το (κυριολεκτικά) τελευταίο του βιβλίο αφήνουν ένα ιδιαίτερο κενό στους λίγους που είχαν τύχει να παραβρεθούν στην εκδήλωση, όπου παρουσιάστηκε η «Νεανική Αλληλογραφία Βασίλη Βασιλικού – Μένη Κουμανταρέα» (εκδ. Τόπος), την προηγούμενη Τετάρτη (3/12.) στο Ιδρυμα Θεοχαράκη, παρόντων των συγγραφέων, που τους συνέδεε μισός αιώνας στενής φιλίας, όπως αποτυπώνεται στις νεανικές επιστολές τους την περίοδο 1954-1960.

Οι παρεμβάσεις του στη διάρκεια της παρουσίασης, μιλώντας σιγά και με την ευγένεια που πάντα τον διέκρινε, ξαναζωντάνεψαν όχι μόνο τη φιλία, αλλά και την εποχή. Η δήλωσή του, πως «χάρις στις ξένες γλώσσες που γνωρίζαμε, ήρθαμε σ’ επαφή με την ξένη λογοτεχνία» (Καμύ, Κάφκα, Ρομπ-Γκριγιέ, Ντάρελ), σε μια εποχή που η Ελλάδα περίμενε υπομονετικά τις μεταφράσεις των μεγάλων έργων, ήταν αφοπλιστική και τόσο καίρια. Η διαφωνία του με τον Β. Βασιλικό, για το πότε και πού πρωτογνωρίστηκαν (Το 1953; Το 1954; Στο σπίτι του Χατζηδάκι; Στο «Πικαντίλλυ»;) ήταν θαρρείς βγαλμένη από τις επιστολές που αντάλλαξαν, το απάνθισμα μιας δυνατής φιλίας μεταξύ δύο σημαντικών συγγραφέων, που είχαν τη σπάνια τύχη να δουν εν ζωή να εκδίδεται η αλληλογραφία τους, όπως επισήμανε ο Β. Βασιλικός.

Δύο μέρες μετά, ο Μένης Κουμανταρέας θα «μετακόμιζε» απροσδόκητα και αμετάκλητα από την Πλατεία Βικτωρίας που αγάπησε, σαν ένας ήρωας από το έργο του.