ΒΙΒΛΙΟ

Κατοικίδια φρεναπάτη

katoikidia-frenapati-2061464

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΖΑΧΑΡΙΑΔΟΥ
Το Παρόν αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας
εκδ. Πόλις

Ο​​ταν άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον της τόσο για την πραγματικότητα όσο και για τη φαντασία, η Μαργαρίτα Ζαχαριάδου επέλεξε να κατοικήσει σε μια φανταστική πραγματικότητα, επινοημένη όσο και υπέροχη, ενίοτε ξεκαρδιστική. Στα μικρά κείμενα του βιβλίου ο οικιακός μικρόκοσμος μεταφράζεται σε έναν αλλόκοτο, ιλαρό κόσμο, όπου την πλήξη αντιμάχονται διαρκείς εκπλήξεις. Οικόσιτα φαντάσματα κάνουν αέρα με τα σεντόνια τους ασφυκτιώντας από τη ζέστη, παντελόνια ουρλιάζουν καθώς ράβονται, εκκρεμότητες-νυχτερίδες κρέμονται από το ταβάνι προκαλώντας την ανησυχία της ενοίκου, την οποία ανησυχεί εξίσου η διαρροή χρόνου, που απειλεί την εσώτερη οικοσκευή της, η κουζίνα, πιο προνοητική από την ίδια, της κλείνει το μάτι κάθε φορά που φεύγει από το σπίτι, το ψυγείο παγώνει το υπερθερμασμένο κεφάλι της, ενώ ένα μαξιλάρι με «αφρό μνήμης» της κλέβει τα όνειρα, αλλά επίσης ενδέχεται να της μεταγγίζει τα δικά του.

Υπό το περιπαικτικό βλέμμα της Ζαχαριάδου οι μικροί κατοικίδιοι εφιάλτες μεταμορφώνονται σε έκτακτα επεισόδια μιας κατά κύριο λόγο ανέμπνευστης καθημερινότητας. Ολοι, λίγο πολύ, αναγνωρίζουμε πως η αληθινή ζωή μοιάζει συχνά «σαν κακό μυθιστόρημα, αργό, φλύαρο, με ρηχούς, βαρετούς χαρακτήρες, δήθεν μεταμοντέρνο αλλά βασικά ασύνδετο». Γι’ αυτό και εκείνη, παρακινημένη από τις χιλιάδες σελίδες λογοτεχνίας, που ανασαλεύουν στο μυαλό της, κομματιάζει την «εντοιχισμένη» της πραγματικότητα σε θραύσματα μιας φαντασμαγορίας κλειστού δωματίου. Αντιμέτωπη με την οθόνη του υπολογιστή και το υποθετικό, καίτοι επείγον, ερώτημα που επανειλημμένως της θέτει, «τι σκέφτεσαι;», μετατρέπει τις σκέψεις της σε εύθυμες μυθοπλαστικές μινιατούρες, που περιγελούν τη θλίψη της μονοτονίας.

Τα πεζά της Ζαχαριάδου είναι μετανάστες στο χαρτί, καθώς προέρχονται από αλλότριο χώρο, εκείνο του Διαδικτύου. Οπως η ίδια σημειώνει αντί προλόγου, τα κείμενά της συνιστούν αποκυήματα «μιας παράδοξης εξωστρέφειας», η οποία χαρακτηρίζει τους περισσότερους χρήστες του Facebook. Από τη μία η θωρακισμένη μοναχικότητα και από την άλλη η θηριώδης ανάγκη της επικοινωνίας. Οι ιστορίες της Ζαχαριάδου καγχάζουν τους ψυχαναγκασμούς και τις καθηλώσεις ενός ανιαρού βίου, αλλά πίσω από τους καγχασμούς υποψιάζεται κανείς ένα βεβιασμένο γέλιο. Ακόμα και οι ευτράπελοι χαρακτήρες, που πλαισιώνουν την «αποσπασματική, αποδομημένη μυθοπλασία» της καθημερινής ζωής, δείχνουν εγκλωβισμένοι στις ιδιοτροπίες και τις μονομανίες τους. Αν και πλασματικοί, είναι και εκείνοι αιχμάλωτοι μιας πραγματικότητας, που για να χαμογελάσει πρέπει πρώτα να φανταστεί μια έξαλλη χαρά.

«Το καλό με το χιούμορ είναι ότι δεν χρειάζεται καθόλου μα καθόλου να είσαι χαρούμενος για να το κάνεις». Πράγματι, η ένοικος αυτής της περίκλειστης φρεναπάτης δεν φαίνεται να πλέει σε πελάγη ευτυχίας και γι’ αυτό όταν έχει φουρτούνες καβαλάει ένα «δικάταρτο σαχλαμαράν» και σαλπάρει προς αναζήτησή τους. Μόνο που κάποιες στιγμές η φόρα της παραείναι σαρωτική και τα ευφυολογήματα καταποντίζονται εντέλει από τα πολλά πλατσουρίσματα στη σαχλαμάρα. Τα λογοπαίγνια, για παράδειγμα, που εμπνέεται από τα ήθη και έθιμα του Facebook, προορίζονται μάλλον για εσωτερική κατανάλωση, ενώ το ειδύλλιο του τράγου και της ελαφίνας που απολήγει σε τερατογένεση, στο υβρίδιο «τραγέλαφος», δεν είναι και τόσο πνευματώδες.

Πιστεύω πως οι πιο απολαυστικές ενότητες είναι οι δύο πρώτες του βιβλίου («Το Πρώτο Πρόσωπο», «Αυτά»), που παρατηρούν την παράδοξη χλωρίδα και πανίδα ενός διαμερίσματος, όπως επίσης η ενότητα «Της μετάφρασης», που διεκτραγωδεί τα πάθη «ενός χαμηλόβαθμου υπηρέτη της Γλώσσας». Εδώ η Ζαχαριάδου γελοιογραφεί σπαρταριστά την καθημερινή, καταναγκαστική δουλειά με τις λέξεις και τις παρενέργειές της.

Βιβλία ξεχασμένα ανοιχτά πάνω στο γραφείο «χαλάνε τον κόσμο από τη βαβούρα» και μαζί τον ύπνο της, άλλα λίγο πριν το «τυπωθήτω» ανακινούν ένα σωρό ιστορίες, ενώ η πίστη της στα θαύματα ενδυναμώνεται κάθε φορά που πετυχαίνει «με μια κίνηση τη σωστή σελίδα στο λεξικό». Ευτυχώς τις νύχτες, ενόσω στο μυαλό της μαίνονται «τρελά ξεσηκωτικά πάρτι», ένα «απορηματοφόρο» μαζεύει τις παραπεταμένες λέξεις, καθαρίζοντας τον χώρο για τις μυθοπλασίες της επόμενης μέρας.