ΒΙΒΛΙΟ

Ο χρόνος και τα μυστικά μας

o-chronos-kai-ta-mystika-mas-2061492

«Ο χρόνος που θα ήθελα» και που μετ’ επιτάσεως ζητάει ο Ιταλός συγγραφέας Φάμπιο Βόλο στο πρόσφατο μυθιστόρημά του, είναι ο κατά Μαρσέλ Προυστ «ξανακερδισμένος χρόνος» της μνήμης, της συγχώρεσης, της συμφιλίωσης με το πιο επώδυνο κομμάτι του παρελθόντος. Και ακόμη, με δυο λόγια, ο χρόνος που αγαπήσαμε και μας αγάπησαν, που δοθήκαμε και μας δόθηκαν χωρίς υστερόβουλες σκέψεις. Ο Τόμας Ελιοτ έχει αποτυπώσει καίρια αυτή την αναπόληση στους γνωστούς στίχους του, «η φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού/ που η εποχή της φρόνησης ποτέ δεν θα αναιρέσει/ Μ’ αυτή, μόνο μ’ αυτήν, έχουμε υπάρξει».
Για τον πρωταγωνιστή του Βόλο, τον νεαρό διαφημιστή Λορέντσο (alter ego του συγγραφέα), «η στιγμή του παραδομού» κράτησε λίγους μήνες, ύστερα το σκοτεινό αντικείμενο του πόθου του τον εγκατέλειψε κατηγορώντας τον ότι δεν μπορεί να αγαπήσει πραγματικά καμιά γυναίκα. Οπως όμως λέει και μια παλιά παροιμία, «οι συμφορές έρχονται δυο-δυο». Η αναχώρηση της αγαπημένης του συμπίπτει με την αιφνίδια ασθένεια του πατέρα του, και μάλιστα την εποχή που προσπαθεί να επανασυνδεθεί μαζί του.

Ο κεντρικός μας ήρωας θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να ξανασκεφθεί την προβληματική σχέση με τον πατέρα του, τα εφηβικά χρόνια που δούλεψε μαζί του στο μικρό οικογενειακό καφέ, τα παράπονα για την αλλόκοτη συμπεριφορά του. Γράφει σχετικά στο προλογικό κεφάλαιο του μυθιστορήματος: «Πώς είναι δυνατόν άραγε ένας γιος να ζήσει τη ζωή του όταν ο πατέρας του δεν έζησε τη δική του; Ολο και κάποιος τα καταφέρνει, μα όπως και να ’χει είναι επίπονο. Είναι ένα εργοστάσιο ενοχών που δουλεύει νύχτα και μέρα». Ενοχές λοιπόν, όχι μονάχα για τη γυναίκα που δεν μπόρεσε να κρατήσει κοντά του, αλλά και για τον απόμακρο γεννήτορα, από τον οποίο απαίτησε αγάπη με τον λάθος τρόπο. Η διαχείριση των δύο προβληματικών σχέσεων, από τον Λορέντσο, την ίδια ακριβώς εποχή συνιστά μια προσωπική κρίση πρώτου μεγέθους. Ευτυχώς για τον αναγνώστη, ο συγγραφέας δεν πέφτει στην παγίδα του μελοδράματος, των εύκολων και εντυπωσιακών συγκινήσεων, αντιθέτως προικίζει τον ήρωά του με αστείρευτο χιούμορ και βιτριολική ειρωνεία, «χτίζοντας» έτσι όχι μία ακόμη καταθλιπτική φιγούρα, αλλά έναν οξυδερκή και ευφάνταστο χαρακτήρα που πολλές φορές μάς χαρίζει αβίαστα το γέλιο.

Η παρουσίαση του βιβλίου θα μπορούσε να σταματούσε κι εδώ εάν δεν υπήρχε ένα κοινωνικό υπόβαθρο στην ιστορία του Φάμπιο Βόλο, εξαιρετικά πρωτότυπο, που καθορίζει την πορεία και την ποιότητα των σχέσεων που αναπτύσσουν ο Λορέντσο, ο πατέρας και η αγαπημένη του. Κάτω από αυτό το πρωταγωνιστικό «τρίγωνο», ο αναγνώστης γρήγορα διαπιστώνει ότι «κοχλάζει» η ρευστή όσο και αποτρόπαιη πραγματικότητα της φτώχειας, της ανέχειας, της ανεργίας.

Και πάλι όχι με μελοδραματικούς και καταγγελτικούς τόνους, μα με τη συνείδηση των έντονων ταξικών διαχωρισμών, ο συγγραφέας μας αποκαλύπτει τα σκληρά όρια μέσα στα οποία οι ήρωές του κινούνται και που τελικά αποδέχονται ηττημένοι. Ο Λορέντσο και ο πατέρας του ζουν σε συνθήκες μιας «ανώμαλης κανονικότητας», προσηλωμένοι στον καθημερινό αγώνα για το μεροκάματο, χωρίς μεγάλα σχέδια για το μέλλον. Η φτώχια γι’ αυτούς δεν είναι κάτι το δραματικό ή το έκτακτο, αλλά διαρκής ανησυχία κι αβεβαιότητα.

Ενα ξέφτισμα, η αρχή

Ο αφηγητής μας εξομολογείται: «Γνωρίζω τη φτώχεια εκείνων που μπορούν να παριστούν πως φτωχοί δεν είναι. Μια φτώχεια γεμάτη αντικείμενα μα και προθεσμίες… Δεν είσαι τόσο φτωχός που να μην έχεις ρούχα πάνω σου, αλλά τα ρούχα που φοράς συχνά σε ξεγυμνώνουν και αποκαλύπτουν το μυστικό σου. Ενα μαντάρισμα είναι αρκετό για να πει ποιος είσαι…». Το μαντάρισμα στα ρούχα είναι μονάχα η αρχή. Αργότερα, αρκεί ένα ξέφτισμα, μια κλωστή που κρέμεται, για να ξηλωθεί όλο το «πλεκτό» και οι ήρωες να αποκαλύψουν τη γύμνια τους.

​​Φάμπιο Βόλο
«Ο χρόνος που θα ήθελα»
Μτφ. Στέφανος Δημητριάδης
Εκδόσεις Καστανιώτη
Σελ. 294, ευρώ 15