ΒΙΒΛΙΟ

Φτωχότερες οι θεωρίες χωρίς τον Μπεκ

ftochoteres-oi-theories-choris-ton-mpek-2062346

«Ο Ογκίστ Κοντ ονειρευόταν ότι οι κοινωνιολόγοι θα γίνουν οι ιερείς της κοινωνίας. Αυτό, δόξα τω Θεώ, δεν έγινε ποτέ. Οι πραγματικοί κοινωνιολόγοι δεν μπορούν να επωμιστούν τον ρόλο των ειδημόνων και δεν θα πρέπει να θέλουν κάτι τέτοιο… άλλως, προωθούν ένα δόγμα». Το απόσπασμα, από το «Συζητήσεις του Ούλριχ Μπεκ με τον Γιοχάνες Βιλμς» (Καστανιώτης, 2000). Τα δίδασκε κάτι τέτοια ο Μπεκ: «Οταν τα μεγάλα συστήματα διαλύονται, όταν ο κόσμος αλλάζει, οι άνθρωποι αναζητούν νέους δρόμους ― πλάγιους, όχι απόλυτα κανονικούς». Ας θυμηθούμε, επίσης, το σχόλιό του στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου: «Η αυτοκατάρρευση του σοσιαλιστικού μπλοκ ήταν το έσχατο-καίριο πλήγμα που κατέφερε ο σοσιαλισμός στον καπιταλισμό»… μια συντριπτική περιγραφή της «κοινωνίας της διακινδύνευσης».

Ο Ούλριχ Μπεκ πέθανε την Πρωτοχρονιά του 2015· ο θάνατός του ανακοινώθηκε την περασμένη Κυριακή. Από τους πλέον γνωστούς διανοούμενους της Γερμανίας και της Ευρώπης, σταρ της κοινωνιολογίας, φλογερός Ευρωπαίος φεντεραλιστής, μέλος της «Ομάδας Σπινέλι» του Ευρωκοινοβουλίου, σοβαρή φωνή των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών, αγαπημένος των ΜΜΕ και των δημοσιογράφων, ο Μπεκ άφησε έργο σε εκκρεμότητα. Αφησε, όμως, στον ακαδημαϊκό κόσμο και στον χώρο των ιδεών τις αναλύσεις του για την «κοινωνία του ρίσκου» μαζί με το αίτημα για την «επινόηση του πολιτικού» σε μια Ευρώπη που, σήμερα, σκιάζεται από τον «μερκιαβελισμό» ― άλλη μία δική του έννοια.

Ο Μπεκ υπήρξε διανοούμενος που ασχολήθηκε με ζητήματα του μέλλοντός μας· ένας αυθεντικός τύπος κοινωνιολόγου-παραγωγού θεωριών. Εδωσε τη δυνατότητα να μιλάμε για τον κοινωνικό κόσμο και τους κινδύνους του, εισάγοντας ένα εντυπωσιακό φάσμα νέων εννοιών και καυτών ζητημάτων. Στην πραγματικότητα, μας εφοδίασε με τα κατάλληλα εργαλεία για να δούμε πράγματα που δεν βλέπαμε και να μιλήσουμε γι’ αυτά.

Από την Πομερανία

Γεννήθηκε στο Στολπ της Πομερανίας (το σημερινό Σλουπσκ της Πολωνίας) το 1944. Με το πέρας του Πολέμου η οικογένεια Μπεκ εγκαταστάθηκε στο Ανόβερο. Ο Ούλριχ Μπεκ, από τη Νομική Σχολή του Φράιμπουργκ, στράφηκε στην κοινωνιολογία, τη φιλοσοφία και τις πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου και αναγορεύτηκε διδάκτωρ της Κοινωνιολογίας το 1972. Στη συνέχεια, έγινε καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μίνστερ και αργότερα στο Πανεπιστήμιο της Φρανκφούρτης. Το 1981 αρχίζει να εκδίδει το κοινωνιολογικό περιοδικό Soziale Welt. Από το 1998 διετέλεσε Distinguished Research Professor στο London School of Economics. Το 1986 κυκλοφόρησε το βιβλίο για την «Κοινωνία του ρίσκου ή της διακινδύνευσης και τη νέα νεωτερικότητα» (Risikogesellschaft – Auf dem Weg in eine andere Moderne). Καθώς ο κίνδυνος έγινε οφθαλμοφανής με το δυστύχημα στο Τσερνόμπιλ, ο Μπεκ έγινε διεθνώς γνωστός.

Εκτοτε, ασχολήθηκε με την επανατοποθέτηση της κοινωνιολογίας στο ενεστωτικό, νέο διεθνές περιβάλλον του παγκόσμιου συστήματος, αναζητώντας για 25-30 χρόνια νέες απαντήσεις στο εξής ερώτημα: Πώς μπορεί η κοινωνική και πολιτική σκέψη, η δράση για την αντιμετώπιση των μεγάλων παγκόσμιων μεταβολών (καταστροφή του περιβάλλοντος, οικονομικές κρίσεις, υπερθέρμανση του πλανήτη, κρίση της δημοκρατίας και των θεσμών του κράτους-έθνους) να συνδεθεί γόνιμα με τη δεύτερη νεωτερικότητα; Ισως με μια πολιτική που δεν εφαρμόζει απλώς, αλλά που αλλάζει τους κανόνες («Η επινόηση του πολιτικού», Λιβάνης, 1996). Ισως με «μια διαφορετική πολιτική, που θα κάνει την εμφάνισή της από τη στιγμή θα κάποια κυβέρνηση θα παραδεχθεί ανοιχτά ότι δεν είναι η αγορά αυτή που κατευθύνει. Μόνον τότε θα μπορούσε να υπάρξει ξανά ένα New Deal: ανάμεσα στις γενεές, ανάμεσα στους ανέργους και τους εργαζομένους, ανάμεσα στο κράτος και την κοινωνία» («Τι είναι η παγκοσμιοποίηση;», Καστανιώτης, 2002).

Πολλαπλά συμφέροντα

Ο Μπεκ ήταν τιμώμενο πρόσωπο στο 2ο Διεθνές Συνέδριο της Ελληνικής Κοινωνιολογικής Εταιρείας στην Αθήνα, στις 5-7 Νοεμβρίου 2009, και είχε αναφερθεί στα εμπόδια που θέτουν τα πολλαπλά διαφορετικά εθνικά συμφέροντα στον παγκόσμιο διάλογο και τη συνεργασία μεταξύ των πολιτισμών.

Στο τελευταίο του βιβλίο, «Από τον Μακιαβέλι στη Μερκιαβέλι – Η γερμανική Ευρώπη» (Πατάκης, 2013), η επιχειρηματολογία του είχε να κάνει με το ατελέσφορο και αντιπαραγωγικό σχήμα «κρατικός σοσιαλισμός για τους πλούσιους και τις τράπεζες και νεοφιλελευθερισμός για τα μεσαία στρώματα και τους φτωχούς», την επιβολή «από τα πάνω» του οικονομικού και πολιτικού σχεδίου, εκ Βερολίνου προερχόμενου, και την αντίσταση «από τα κάτω» ― αναδεικνύοντας τη δομική δυσαρμονία που πνίγει τη συλλογική δράση και το «όλοι μαζί μπορούμε» της Ευρώπης.

Ο Μπεκ προέτασσε το «παράδειγμα της στρογγύλης τραπέζης» ως κοινό πεδίο συζήτησης για την κοινωνία του ρίσκου και τη λήψη αποφάσεων στην εποχή της αβεβαιότητας. Αφηνε ανοιχτή την όποια έκβαση για το καλό ή το κακό της Ευρώπης, για όσο κρατεί η «μεσοβασιλεία» των μακιαβελικών διχονοιών και των καταστροφικών αντιθέσεων που εκμεταλλεύεται «Ο ηγεμόνας» του Μακιαβέλι και, εν προκειμένω, μια ισχυρή και μονίμως δυσαρεστημένη γυναίκα, η Αγκελα Μέρκελ (εξ ου και το «Μερκιαβέλι»).

Η κατακλείδα, πάντως, του Μπεκ ερχόταν από έναν στίχο του Χέλντερλιν σαν παρηγορητική υπόσχεση που ας έχουμε κατά νου: «Οπου ο κίνδυνος, εκεί φυτρώνει και η σωτηρία».

Βιβλία του που κυκλοφορούν στα ελληνικά

Στην ελληνική έχουν μεταφραστεί τα εξής έργα του Μπεκ: «Η επινόηση του πολιτικού» (Λιβάνης, 1996), «Μια ζωή δική μας. Περιηγήσεις στην άγνωστη κοινωνία που ζούμε» (Ulrich Beck, Ulf Erdmann Ziegler, με φωτογραφίες του Timm Rautert, Νήσος, 2000), «Τι είναι παγκοσμιοποίηση;» (Καστανιώτης, 2002), «Ελευθερία ή καπιταλισμός: Συζητήσεις με τον Γιοχάνες Βιλμς» (Καστανιώτης, 2005), «Από τον Μακιαβέλι στη Μερκιαβέλι» (Πατάκης, 2013).