ΒΙΒΛΙΟ

Το κυνήγι της μορφής

s10f2--2

ΙΓΝΑΤΗΣ ΧΟΥΒΑΡΔΑΣ
Υπόκλιση στον πειρασμό
εκδ. Οδός Πανός

Ο​​ ευγενικός, ρομαντικός, ευάλωτος ήρωας του Ιγνάτη Χουβαρδά συνεχίζει τον δύσκολο αγώνα της προσέγγισης των θηλυκών υπάρξεων που τον γοητεύουν. Δεν είναι όμως πια ο άμαθος, ανυπόμονος έφηβος που νόμιζε πως πάλευε ν’ αποκτήσει μια ολοκληρωμένη συναισθηματικο-σεξουαλική σχέση με την κοπέλα που αγαπά, όπως στην προηγούμενη συλλογή «Η δουλειά μου ως γυμνό μοντέλο» (1999). Ο (υπό διαφορετικά προσωπεία σε κάθε διήγημα) ήρωας της νέας συλλογής δείχνει, αντιθέτως, να έχει τώρα μια πολύ ακριβέστερη αίσθηση τού ποιος είναι και τι τον τυραννά. Εσωστρεφής, συνεσταλμένος και λίγο αλλοπαρμένος, παγιδεύεται τελικά από το θήραμα που κυνηγά και από θηρευτής μετατρέπεται σε απογοητευμένο θύμα. Η αιτία; Στο ότι δεν είναι εντέλει τα κορίτσια, οι κοπέλες, οι γυναίκες εκείνες που ποθεί, στόχος του δεν είναι μια κανονική γνωριμία για μια ολοκληρωμένη σχέση, αλλά το απλό κυνήγι της μορφής, η δημιουργία μιας εξιδανικευμένης οπτασίας θηλυκής και η διατήρησή της άθικτης μες στη φαντασία. Γι’ αυτό ενίοτε δεν είναι μόνο μία, αλλά δύο και τρεις φιγούρες που εμπνέουν τον αφηγητή. Γι’ αυτό και δεν είναι παρά δυο-τρία τους αποκομμένα χαρακτηριστικά εκείνα που μετρούν –η συνεσταλμένη στάση, το γλυκό χαμόγελο και μια μελαγχολική ματιά– ή τα ρούχα – ένα τζιν, ίσια πέδιλα κι ένα απλό γαλάζιο φανελάκι. Τι πιθανότητες έχει όμως ένας τέτοιος έρωτας να ευοδωθεί; Στις περισσότερες από τις οκτώ υποθέσεις της συλλογής, τόσο οι γυναικείες φιγούρες όσο και οι ερωτικές πλοκές είναι φευγαλέες και καταλήγουν στο πουθενά σαν «Μποτίλιες ριγμένες στο πέλαγος», σαν «Πάλη με τις σκιές» και σαν «Χέλια που γλιστρούν και φεύγουν».

Ο ολιγογράφος πενηντάχρονος Βορειοελλαδίτης συγγραφέας είναι πεζογράφος χαμηλού τόνου, η εκφορά του λόγου του είναι λιτή και η σκόπευσή του καθαρή. Ολοι του οι ήρωες στρέφονται αποκλειστικά γύρω απ’ το πρόβλημά τους – δεν έχουν ούτε φροντίδες οικογενειακές ούτε σοβαρές επαγγελματικές ενασχολήσεις, αλλά είναι ολόψυχα δοσμένοι στο κυνήγι της μορφής: το βλέμμα τους μοιάζει με φωτογραφικό φακό που αναζητά ιδανικές σκηνές μέχρι εμμονής. Το πρώτο και το τελευταίο από τα οκτώ διηγήματα λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο ως ερμηνευτικά κλειδιά. Το «Με το βιολί στον ώμο» παραπέμπει σε παραμύθι καθώς ο αφηγητής συναντά στο διάβα του τον αντικατοπτρισμό της αγαπημένης του με κατάμαυρα όμως μαλλιά και απομονωμένη με τον ξυλοκόπο πατέρα της μες στο δάσος. Μας προτρέπει ίσως να αντιληφθούμε εξαρχής την όχι ρεαλιστική-πραγματιστική αλλά οραματική-μυθοποιητική διάθεση του αφηγητή. Μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα οι έρωτες υπάρχουν όχι για να πραγματοποιηθούν, αλλά υπάρχουν έτσι ώστε (τις περισσότερες φορές) να αποτύχουν. Το τελευταίο «Αλλόκοτο ημερολόγιο του Κύριλλου και οι φίλοι του» είναι το μόνο από τα οκτώ κείμενα σε τρίτο πρόσωπο. Ισως για να προσφέρει τις αναγκαίες αποστάσεις στην προσπάθεια να γίνει κατανοητή η παράξενη στάση του αφηγητή όπως ο ίδιος την αποτυπώνει στο ημερολόγιο του, και σε αντιπαραβολή μάλιστα με τη στάση των φίλων του που αντιμετωπίζουν τις γυναίκες όχι ρεμβαστικά αλλά πρακτικά, όχι ως αέρινες, ευαίσθητες θεές αλλά ως σάρκινες, γήινες και ηδονικές υπάρξεις. Παρότι ο αφηγητής της νέας συλλογής δεν είναι πια ο έφηβος της παλαιάς, είναι φανερό πως διατηρεί μια μάλλον εφηβική παρά ανδρική στάση. Αδιάκοπες είναι οι προσπάθειές του να προικίσει την πραγματικότητα με πλάσματα του νου, με πλατωνικά αρχέτυπα τα οποία κατόπιν προσκυνά προκειμένου να διασφαλίσει πως θα ζει μέσα σ’ ένα σύμπαν αδιάπτωτης μαγείας. Η απογοήτευση του ακατόρθωτου δεν αποτελεί παρά το αναγκαίο κόστος.