ΒΙΒΛΙΟ

Πρέπει η κριτική να γράφει για «κακά βιβλία»;

prepei-i-kritiki-na-grafei-gia-kaka-vivlia-2068150

Του ΚΩΣΤΑ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗ

Το κριτικό κείμενο είναι μια αφήγηση αυθύπαρκτη και αυτοτελής και δεν προϋποθέτει, για να σταθεί απέναντι στον αναγνώστη, το βιβλίο από το οποίο αντλεί το ερέθισμα. Με άλλα λόγια, δεν είναι προαπαιτούμενο για την κατανόηση και, γιατί όχι, την απόλαυση ενός κριτικού κειμένου να έχει κάποιος πρώτα διαβάσει το βιβλίο στο οποίο αναφέρεται και το οποίο αξιολογείται. Με αυτό το δεδομένο, σημαντικότερο για τον κριτικό είναι το κατά πόσον ένα βιβλίο του παρέχει ερεθίσματα, ώστε να «χτίσει» πάνω σε αυτό ή, με αφορμή αυτό, ένα πλούσιο σε ερωτήματα κείμενο. Μπορεί, όμως, ένα πραγματικά «κακό βιβλίο» να αποτελέσει τη βάση ενός ερεθιστικού κριτικού σχολίου;

Η σύντομη απάντηση είναι πως όχι. Αν και δεν έχουμε τη μεθοδολογία να αποφανθούμε με απόλυτο τρόπο τι είναι αυτό που διακρίνει ένα «κακό βιβλίο», στην πράξη το πρόβλημα λύνεται από μόνο του: κακό είναι το βιβλίο που δεν μας δίνει λαβές και υλικό για ένα πούμε το οτιδήποτε γι’ αυτό. Το κακό βιβλίο είναι «ψόφιο», αδρανές και θολό· όσο και να το κεντρίσεις, δεν παίρνεις απόκριση. Είναι «ψόφιο», αδρανές και θολό με τέτοιον τρόπο, ώστε ακόμη κι αν θελήσεις να μιλήσεις για τα ελαττώματά του, δύσκολα θα αποφύγεις να υποπέσεις ο ίδιος στην αδράνεια και τη θολούρα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, πώς εξηγείται τότε το γεγονός ότι ορισμένα από τα πιο ερεθιστικά κριτικά κείμενα αφορούν βιβλία απέναντι στα οποία ο κριτικός είχε έντονη αρνητική φόρτιση;

Κι όμως: Υπάρχουν βιβλία γραμμένα από άξιους συγγραφείς που έχουν αποτύχει παταγωδώς· στα οποία το αισθητικό και λογοτεχνικό αποτέλεσμα υπολείπεται κατά πολύ των στόχων που θέτει το ίδιο το έργο. Τα βιβλία αυτά είναι μεν αποτυχημένα, αλλά όχι απαραιτήτως «ψόφια» και αδρανή. Μες στην αποτυχία τους, δηλαδή, μας τροφοδοτούν με χρήσιμο υλικό για κριτική ανάλυση, αποδεικνύοντας ότι καμιά φορά η αποτυχία μπορεί να γίνει εξίσου θριαμβευτική με την επιτυχία.

Υπάρχει, τέλος, και μια κατηγορία βιβλίων που δεν στοχεύουν «ψηλά», δεν εγείρουν την αξίωση να αποτελέσουν «καλά βιβλία», τα οποία όμως παρέχουν ερεθιστικό και πλούσιο υλικό για σκέψη και συζήτηση. Τα βιβλία αυτά είναι συνήθως «συμπτώματα» της εποχής, ξεχωρίζουν στο είδος τους και πόρρω απέχουν από το να είναι εντελώς «ψόφια» και «αδρανή». Συνήθως κατατάσσονται στη λεγόμενη παραλογοτεχνία (θρίλερ, αστυνομικά), ελαφρά λογοτεχνία ή πεζογραφία του εφήμερου. Καθώς κινούνται σε μια «γκρίζα ζώνη» ανάμεσα στα «καλά βιβλία» και το αδρανές βιβλιόσχημο σκουπίδι, προσφέρουν αφορμή για να τεθούν ερεθιστικά και συχνά ανατρεπτικά κριτικά ερωτήματα.

Tης ΕΛΙΣΑΒΕΤ ΚΟΤΖΙΑ

Οταν δεν ασχολούμαστε με τις θετικές επιστήμες όπου ισχύουν οι ποσοτικοποιήσεις, η αντικειμενική δηλαδή επαληθευσιμότητα των υποθέσεων εργασίας, οι προσεγγίσεις περιέχουν αναγκαστικά υποκειμενικές κρίσεις. Στις ανθρωπιστικές επιστήμες μπορούμε να αποκτήσουμε γνώση τού τι είναι κάτι, μόνον σχετίζοντας, συγκρίνοντάς, αντιπαραβάλλοντάς το με αυτό που δεν είναι -εντοπίζοντας τις ομοιότητες, τις συγγένειες ή τις αναλογίες και διαπιστώνοντας τις ασυμφωνίες, τις ετεροχρωμίες και τις παρεκκλίσεις. Οταν, μάλιστα, περάσουμε από το γνωσιολογικό πεδίο στον χώρο των αξιολογήσεων, η ανάγκη των συγκρίσεων γίνεται ακόμα πιο πιεστική. Γιατί απαιτείται όχι μόνον να εκθέτουμε τις αποδιδόμενες στα αντικείμενα ιδιότητες -ωραίο, άσχημο, καλό, κακό-, αλλά και να αποκαλύπτουμε τις κλίμακες κρίσεως -τις αντιλήψεις, τις μεθόδους και τα υποκειμενικά μέτρα- του κριτή.

Η λογοτεχνική κριτική ακουμπάει ταυτόχρονα και στα δυο πεδία, στο γνωσιολογικό και στο αξιολογικό. Οταν ερμηνεύει, προσφεύγει στις συγκρίσεις μιλώντας για τον συσχετισμό του ενός έργου με το άλλο, για τις ομοιότητες του ενός περιεχομένου με το άλλο, για τις διαφοροποιήσεις της μιας εποχής από την άλλη, για τις παρεκκλίσεις της μιας καλλιτεχνικής οικογένειας από την άλλη. Το ίδιο κι όταν ασχολείται με την αισθητική.

Για να σχολιάσει την ομορφιά και τη συγκίνησή της, για να εκθέσει την απόλαυση και την ικανοποίησή της, για να εκφράσει τη σαγήνη και το ρίγος της χρειάζεται να συγκρίνει. Σύγκριση όμως σημαίνει, παράλληλα προς πολλά άλλα, να μιλήσει και για το κακό, να συζητήσει για το άσχημο, να αναπτύξει σχολιασμό και για το άτεχνο, να εκθέσει τις απόψεις της και για το ατυχές, στη βάση εκείνου του παράξενου μηχανισμού που λέει πως έχουμε ανάγκη να γνωρίσουμε τη στέρηση για να καταλάβουμε πως είμαστε χορτάτοι. Ετσι, δεν νοείται κριτικός της τρέχουσας λογοτεχνικής παραγωγής που εντοπίζει παντού και πάντοτε μόνον το καλό, που ανιχνεύει μόνον το θετικό, που προσεγγίζει μόνο το αξιέπαινο.

Ανάμεσα στον κριτικό και στον αναγνώστη του οργανώνεται σταδιακά ένα πλέγμα σχέσεων, φτιάχνεται ένα δίκτυο συνεννόησης, παράγεται ένας κώδικας επικοινωνίας, για να οικοδομηθεί τελικά ένα σύστημα εμπιστοσύνης. Η λογοτεχνική δημιουργία μοχθεί αενάως για το καλλιτεχνικά δραστικό. Μόνο αν ο κριτικός αποδεχτεί να είναι ευθύς, ειλικρινής, μη αποκρύβοντας τα συναισθήματα, τις συγκινήσεις, τις δυσαρέσκειες και τις αντιπάθειές του, μπορεί να κερδίσει το στοίχημα . Γι’ αυτό πρέπει να μπορεί να μιλά για όλα. Το καλό δεν υπάρχει χωρίς το κακό, το όμορφο χωρίς το άσχημο, το υψηλό χωρίς το χαμηλό – το άρτια δημιουργημένο χωρίς το αποτυχημένο.