ΒΙΒΛΙΟ

Καβάφης και ποιητική της σεξουαλικότητας

kavafis-kai-poiitiki-tis-sexoyalikotitas-2071459

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ
«Σαν κ’ εμένα καμωμένοι»
Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας
εκδ. Πατάκη, 2014, σελ. 360

Ακουσα πρόσφατα να λέγεται πως «η μνήμη είναι ένα ανεστραμμένο θαυμαστικό – ένα θαυμαστικό με το κεφάλι ψηλά». Αυτό ταιριάζει στον Δημήτρη Παπανικολάου, που έφτιαξε ένα βιβλίο για τον Καβάφη αντιπαραθέτοντας στη μεμψίμοιρη κριτική πρόσληψη του καβαφικού έργου και βίου τη συνειδητή επιλογή του σεξουαλικού αυτοπροσδιορισμού από μέρους του Καβάφη. Με ιστορική γνώση, φιλολογική επάρκεια και διαυγές θεωρητικό υπόβαθρο, προτείνει την ποιητική της σεξουαλικότητας ως κεντρική πρόταση και πολιτική στόχευση μιας ανανεωμένης ανάγνωσης του καβαφικού σύμπαντος. Η πολιτική στόχευσή του δεν μας πάει απλώς παρά πέρα· μας πάει αλλού.

Η ανάγνωσή του ανοίγει ένα διαφορετικό κεφάλαιο στη γνώση μας για τον Καβάφη· αυτό του ενδιαφέροντος που φαίνεται να δείχνει για την ταυτότητα του ομοφυλόφιλου όπως αυτή αναδύεται στα τέλη του 19ου αιώνα από την ιατρική και τη νομική επιστήμη. Αυτή ακριβώς η έμφαση που δίδεται στο θέμα δεν παραμένει αποκλειστικά στο αρνητικό πρόσημο που της αποδίδει η επιστήμη, αλλά συνοδεύεται και από κείμενα αφηγηματικά των σεξουαλικών εμπειριών ομοφυλόφιλων. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως ο Καβάφης επιλέγει να αντιστρέψει την αρνητική θεώρηση του ομοφυλόφιλου ανθρώπου, αξιοποιώντας ωστόσο τη διακριτή, πλέον, ταυτότητά του. Ο μελετητής, θέτοντας νέα ερωτήματα και κομίζοντας τεκμήρια από το αρχείο Καβάφη, μας οδηγεί επιδέξια στην πρότασή του για την ποιητική της σεξουαλικότητας.

Η αναγνώριση της ομοφυλόφιλης ταυτότητας δεν ανήκει όμως αποκλειστικά στην ατομική σφαίρα αλλά αποκτά τη διάσταση της συλλογικότητας και προσφέρει στον Καβάφη εκείνη ακριβώς τη συνειδητή ενέργεια για την ανάδειξη της ηθικής του ευάλωτου εαυτού. O Παπανικολάου ορίζει αυτή την έννοια ως στρατηγική του Καβάφη, θέλοντας να τονίσει τον πυρήνα της αντιστροφής που επιχειρεί ο ποιητής με το έργο του. Από τον ιστορικό χρόνο του παρελθόντος ο Καβάφης αντλεί τα παραδείγματα που υποκινούν στη σκέψη μας τη σημασία του διαφορετικού, του «άλλου», ώς στις «Μέρες» του, στον παρόντα χρόνο, μέσα στο περιβάλλον της σεξουαλικής ιδιαιτερότητας με έμφαση στη λαϊκή και περιθωριακή ανδρική ομοφυλοφιλία. Ωστόσο, σταθερά προσβλέπει με προσδοκία στραμμένη προς το μέλλον, όταν αφήνει την παρακαταθήκη του στο ποίημα «Κρυμμένα»: Κατόπι – στην τελειοτέρα κοινωνία – / κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα / βέβαια θα φανεί κ’ ελεύθερα θα κάμει»· παρακαταθήκη στην οποία ο Παπανικολάου εμμενώς επανέρχεται διαρκώς.

Αντιμετωπίζει με κριτική επιφύλαξη αλλά και με συγκρουσιακή τόλμη τον χρονίζοντα δισταγμό της φιλολογικής πρόσληψης του Καβάφη ως προς το ζήτημα της ομοφυλοφιλίας του. Η τρέχουσα ηθικολογία, αδυνατώντας να απελευθερώσει το βλέμμα της από τον στείρο βιογραφισμό, δεν άφησε ανεπηρέαστους ακόμη και τους διαχειριστές κατ’ αποκλειστικότητα του αρχείου Καβάφη. Στην προσπάθειά τους να εναρμονίσουν το έργο του προς την εκάστοτε ηθική νόρμα, είτε ως αντικείμενο αρνητικής αποτίμησης είτε ως «πρόβλημα», που οφείλουμε να κρατήσουμε στο περιθώριο της συζήτησής μας για το έργο, έθεσαν σε αμφισβήτηση αυτή καθαυτή την ομοφυλοφιλία του, προκρίνοντας, στην καλύτερη περίπτωση, τη φιλολογική ευπρέπεια έναντι της καθαρής και απροκατάληπτης αξιοποίησης του καβαφικού αρχείου. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός πως σήμερα το αρχείο Καβάφη είναι πλέον ένα «ανοιχτό αρχείο», όπως πρέπει να είναι κάθε αρχείο. Η έως τώρα αξιοποίησή του, παρά τους σημαντικούς εκδοτικούς καρπούς που μας προσέφερε, δεν απέφυγε -και ίσως δεν θα μπορούσε να αποφύγει- την ανάγνωση του Καβάφη με στόχευση την εθνικά αποδεκτή πρόσληψή του. Αλλωστε, κανένα αρχείο δεν μπορεί να έχει μία και οριστική ανάγνωση. Η ανανέωση του κριτικού βλέμματος, τα νέα ερωτήματα που θέτει κάθε μελετητής, είναι η δυνατότητα που παρέχεται από το ίδιο το υλικό για την επανεκτίμησή του. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανση ότι το καβαφικό κείμενο συνιστά μια πολύ συγκεκριμένη απεύθυνση· όχι αποκλειστικά προς ομοφυλόφιλους αναγνώστες αλλά προς κάθε αναγνώστη. Kατά τη χαρακτηριστική διατύπωση του Παπανικολάου: «Η καβαφική ποίηση σε προκαλεί συνεχώς να ανασυνθέσεις και να αναθεωρήσεις τη σχέση σου με ένα πλαίσιο αναφοράς που οργανώνεται ως πολιτισμικό και ταυτοτικό αρχείο. Σε προκαλεί να συνδεθείς, να καταγράψεις κι εσύ, να αναπαραγάγεις, να παραλλάξεις, να συνεκφέρεις. Να δεις, δηλαδή, και αναστοχαστικά να εκφράσεις πώς είσαι καμωμένος, όπως κι αν είσαι καμωμένος».

Εκεί όπου η πολιτική σύγκρουση με τον εξουσιαστικό λόγο δεν φωνασκεί αλλά αντιτίθεται με επιχειρήματα θέτοντας σε αναπόδραστη αντιπαράθεση: αστική ηθική vs λαϊκό ήθος, ενεργητική στάση vs παθητικότητα. Οδηγώντας μας σε ευρύτερες περιοχές αντίστασης κατά του ρατσισμού, ευαισθητοποιώντας μας προς την κατεύθυνση όχι μόνο της αποδοχής του διαφορετικού αλλά και της αναγνώρισης της αλήθειας του ευάλωτου εαυτού. Ο Παπανικολάου δηλώνει με παρρησία αυτήν ακριβώς την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού σε αντίθεση με την παραδοσιακή κρυψίνοια και κατ’ αυτό τον τρόπο μετακινεί τη δική του θέληση προς τη δυνητική επιλογή του αναγνώστη· για να τολμήσει και αυτός να γίνει το ανεστραμμένο θαυμαστικό με το κεφάλι ψηλά.

* Η κ. Αντεια Φραντζή είναι ποιήτρια και ομότιμη καθηγήτρια του ΑΠΘ.