ΒΙΒΛΙΟ

Αναρθρες αναμετρήσεις

anarthres-anametriseis-2074759

ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ
Νυχτερινό ρεύμα
εκδ. Πόλις

Ο​​ταν τα λόγια γίνονται μισόλογα, οι κουβέντες συναλλαγές και οι σιωπές απειλές, καμία συνομιλία δεν καταλήγει σε συνάντηση. Ο Κώστας Κατσουλάρης παρουσιάζει στο νέο του βιβλίο τέσσερις εκδοχές της ανειλικρίνειας, της δολερότητας και της δειλίας της γλώσσας. Οι συνομιλητές των διηγημάτων, βυθισμένοι στα «οικεία σκοτάδια» τους, παραμένουν απλησίαστοι και στην ουσία αμίλητοι. Οι λέξεις τους δεν γεφυρώνουν το παραμικρό χάσμα, αλλά, αντιθέτως, βαθαίνουν την τάφρο που περιφρουρεί την εσωστρέφειά τους. Κάθε εκμυστήρευση υπονομεύεται από αποκρύψεις, ενώ οι επιζητούμενες αλήθειες χάνονται στην γκρίζα ζώνη μεταξύ φαντασίωσης και απώθησης. Σαν σισύφειες πέτρες, οι λέξεις κατρακυλούν στον πάτο του νοήματος, αδυνατώντας να αρθούν στην κορυφή του. Οι διάλογοι παρατείνονται σε μια λεκτική ματαιοπονία, αφήνοντας τους συνδιαλεγόμενους έρημους στους προσωπικούς τους μικρόκοσμους να υποφέρουν από έλλειψη συνοχής.

Οι τέσσερις συναντήσεις διαφέρουν μεταξύ τους ως προς το πλαίσιο, τον απώτερο στόχο και τη βαθύτερη σχέση των εκάστοτε ζευγών, αλλά συγκλίνουν στην αίσθηση της απόστασης και της αφωνίας. Για παράδειγμα, στο εναρκτήριο πεζό ένας μυστικός πράκτορας, φυτεμένος στον χώρο των αντιεξουσιαστών, υπομένει σε ένα εξαρχειώτικο μπαρ τη μεθυσμένη φλυαρία ενός «υπόπτου», ξέροντας ότι ποτέ δεν θα αναπτύξει μαζί του την επιδιωκόμενη σχέση, τιμωρού και θύτη. Οι απεραντολογίες του συμπότη του δεν έχουν τίποτα το τρομοκρατικό, αλλά παρ’ όλα αυτά τον τρομοκρατούν, καθώς του αποκαλύπτουν πως έχει εισδύσει τόσο βαθιά στην πλαστή του ταυτότητα, που μοιάζει να κρύβεται από την ίδια του τη ζωή. Μια ζωή που απομακρύνεται ολοένα, ενόσω εκείνος προσπαθεί να εκμαιεύσει το ανύπαρκτο μυστικό του άντρα, που κάθεται στο διπλανό σκαμπό. Ανάμεσά τους δεν υπάρχουν «παρά μόνο γενικές ιδέες για εντελώς αόριστα πράγματα». Ποτέ δεν θα μπορούσαν να τους ενώσουν, αλλά ούτε και να τους φέρουν σε σύγκρουση.

Στο τρίτο κατά σειρά διήγημα, από τα πιο δυνατά της συλλογής, δύο άντρες, φίλοι από τα παιδικά τους χρόνια, εγκλωβισμένοι σε μια παράξενη όσο και δυσοίωνη αθηναϊκή νύχτα, ανταλλάσσουν ζορισμένα λόγια, αναζητώντας τα σημεία διασταύρωσης των ατομικών τους διαδρομών. Οσο το βράδυ οδεύει προς το ξημέρωμα η απόσταση μεταξύ τους δείχνει αδιάνυτη, καθώς ο ένας παραμένει δεσμώτης μιας φυγόκεντρης τροχιάς, ενώ τον άλλο ορίζει η κεντρομόλος δύναμη της οικογενειακής εστίας. Το σκοτάδι διαλύεται φέρνοντας στο φως το βάθος της αποξένωσής τους και τη στιγμή που ο ένας αποσύρεται ανεπίστρεπτα στον υπαρξιακό του ζόφο, ο άλλος επιστρέφει στις εφήμερες φωτοσκιάσεις της καθημερινότητας.

Ο αφηγητής στο υπέροχο καταληκτικό πεζό αντιμετριέται με τον πιο τυραννικό συνομιλητή, τη μητέρα του. Στραγγαλισμένος ψυχικά από έναν δεσμό με απαράβατα χρέη και απαρέγκλιτες τελετουργίες, εκτίει την αφοσίωσή του με τακτικές επισκέψεις, όπου ο οίκτος μπολιάζει τη μνησικακία και τη μνησικακία η αυτοταπείνωση. Και έτσι η αγάπη μετατρέπεται σε αμφίπλευρη τιμωρία, ενώ συναισθήματα λιγότερο ιερά, όπως ο πόνος και η οργή, ξεθυμαίνουν, αφαιρώντας από τις ήδη μισερές λέξεις το απαιτούμενο βάρος. Μάνα και γιος συντηρούν την ψευδαίσθηση του διαλόγου με «λέξεις-ξόρκια που διώχνουν το κακό μακριά», φαινομενικά απρόσβλητοι από καθετί άναρθρο που καραδοκεί σε αυτές, αλλά προ πολλού ρημαγμένοι.

Αφησα τελευταία τη συνάντηση στο δεύτερο διήγημα, γιατί έχω την εντύπωση πως δεν αποτυπώνει το τεταμένο κλίμα των υπόγειων αναμετρήσεων το ίδιο εύστοχα όσο τα υπόλοιπα. Εδώ βέβαια πρόκειται για δύο αγνώστους, μια νεαρή συγγραφέα και έναν μεσήλικα με συζυγικά προβλήματα, αλλά η προκείμενη δοσοληψία, η μυθοπλαστική εκμετάλλευση της εξομολόγησης, παραείναι σχηματική. Ωστόσο, χάρη στη στοχαστική κατακλείδα και αυτό το πεζό διατηρεί διακριτό το νήμα που συνέχει τις τέσσερις ιστορίες. Ιστορίες ανθρώπων που εναποθέτουν τους φόβους τους στη σιωπή, σε ιδιωτικά μυθεύματα και λιποψυχισμένες ομολογίες, ανθρώπων που μιλούν κλείνοντας κάθε άνοιγμα προς τις μέσα λέξεις, μένοντας τελικά παγιδευμένοι σε ανείπωτα ατομικά φαντασιοκοπήματα και άφατους εφιάλτες, πιστοί σε ανασφάλιστες βεβαιότητες.