ΒΙΒΛΙΟ

Απασφαλισμένη γλώσσα

apasfalismeni-glossa-2076207

ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΡΜΑΝΤΟ ΓΚΕΖΟΣ
Η λάσπη
εκδ. Μελάνι

Μ​​ε ένα όπλο σφηνωμένο ανάμεσα στα δόντια με γωνία 45 μοιρών προς τα πάνω και χωμένο βαθιά ώς το λαρύγγι, σχεδιάζει να φτάσει στο τέλος της ιστορίας του ένας εικοσιοκτάχρονος άντρας, που επί δύο ημέρες περιπλανιέται έξαλλος στην Αθήνα. Ο επικείμενος θάνατός του δεν θα προστεθεί στις αυτοκτονίες στην Ελλάδα της κρίσης. Η δική του απόγνωση εκπηγάζει από αλλού, από μια Ελλάδα διαφορετική, που τη δεκαετία του ’90 άρχισε να υποδέχεται κύματα μεταναστών από την Αλβανία. Η δυστυχία του ήρωα έλκει την καταγωγή της από τα χρόνια της ευμάρειας και της χαράς, όταν, βρέφος σχεδόν, η οικογένειά του τον πήρε από ένα χωριό της Βορείου Ηπείρου για να εγκατασταθούν, διόλου καλόδεχτοι, στην ελληνική ύπαιθρο. Το πατρογονικό πετρόκτιστο σπίτι στην κορυφή ενός λόφου, απομεινάρι μιας κατερειπωμένης γενέθλιας εστίας, στέκει μες στο μυαλό του αφηγητή σαν τάφος, όπου έχει ενταφιάσει όλες τις σπασμένες εικόνες, τις κολοβές αναμνήσεις και τις μισοειπωμένες αφηγήσεις του χαμένου χρόνου.

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος (γεν. 1988) ύστερα από μια επιτυχημένη πρώτη εμφάνιση στην ποίηση μεταπηδά στην πεζογραφία με έναν εκρηκτικό, λυσσώδη μονόλογο. Ο ήρωάς του αναρριγεί σύγκορμος από οργή περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας μαινόμενος, «σαν δίποδος ταύρος με κόκκινο μαντίλι δεμένο στα μάτια και σπαθιά χωμένα στα πλευρά». Ο μανιασμένος, πυρετώδης λόγος του προσδίδει στις λέξεις υπερβολική ένταση, αποζητώντας στην υπερβολή την ανάδειξη μιας ερμητικής, κοχλάζουσας πραγματικότητας. Συχνά η γλώσσα ρέπει προς τη συλλογιστική της παράνοιας, στην προσπάθειά της να βυθομετρήσει τη δίνη που συνταράζει τον αφηγητή. Ολη του η υπόσταση βρίσκεται σε μετωπική σύγκρουση με οτιδήποτε, παρελθοντικό ή παροντικό, την ορίζει. Το πιστόλι του σημαδεύει τον αδυσώπητο πόλεμο που μαίνεται στο κεφάλι του, μια «κυκλικού σχήματος ματαιοπονία». Μέσα εκεί, οιμωγές, αλυχτίσματα και ουρλιαχτά συμφύρονται σε ένα όργιο αυτοϋποτίμησης και πεισιθάνατου ναρκισσισμού.

Η οριακή ασυμφωνία τόσο με τον έξω κόσμο όσο και με τον μέσα εαυτό αποδίδεται ωμά, μέσα από τη σωματοποιημένη έκφανσή της. Η αφήγηση εκφέρεται μέσα από ένα σακατεμένο, σπαρασσόμενο κορμί, με τα σωθικά του φλεγόμενα από τη χολή και τον όξινο χυλό των γαστρικών υγρών. Το στομάχι του αδυνατεί να χωνέψει το παραμικρό και αυτή η δυσανεξία αποκαλύπτει δραστικά την αλληγορική της διάσταση. Οσο αλυσιτελής αποδεικνύεται κάθε φορά η αντίδρασή του στα έξωθεν δεδομένα της ζωής, άλλο τόσο αδιέξοδη είναι η διαδρομή κάθε ξένου σώματος από τη στοματική κοιλότητα, τον λάρυγγα και τον οισοφάγο μέχρι το στομάχι. Η αδηφαγία του, από την άλλη, παραμένει λιμασμένη και την ίδια στιγμή λιμοκτονούσα. Θέλει να καταβροχθίσει τα πάντα, ενώ δεν μπορεί να καταπιεί τίποτα.

Εξίσου συμβολικά φορτισμένη είναι η εμμονή του ήρωα στη διάπραξη πατροκτονίας. Καθώς ο περασμένος χρόνος αναδεύεται δαιμονισμένα μες στο μυαλό του, η πατρική μορφή, εξόχως δραματική, επανέρχεται διηθημένη από ένα βλέμμα άλλοτε συμπονετικό και άλλοτε δολοφονικό. Τελικά, η πατροκτονία δεν είναι πράξη αλλά πρόθεση, χωρίς ωστόσο συγκεκριμένο αποδέκτη. Ο φόνος του πατέρα, όπως και ο φόνος του εαυτού, νοηματοδοτούνται σε συνάρτηση ο ένας με τον άλλο, καθώς μαρτυρούν τη θέληση του αφηγητή να εκριζώσει βίαια από μέσα του το όνομα και το αίμα, το δυναστευτικό βάρος της καταγωγής και των κληροδοτημάτων της. Οπως ο ίδιος συλλογίζεται, «αυτός που αυτοκτονεί καταστρέφει έναν ολόκληρο κόσμο». Με την αυτοκτονία του θα σβήσει «το τελευταίο κατάλοιπο της διαιώνισης του αίματος».

Το βιβλίο του Γκέζου διαθέτει όλες τις γοητευτικές αρετές της νεότητας. Πάθος, νεύρο, τόλμη, πληθωρικό συναισθηματισμό. Ωστόσο, κάποιες φορές η παραφορά του λόγου, συχνά συνταρακτική, παρασύρει την αφήγηση σε ατελέσφορες πελαγοδρομήσεις, ενώ άλλες στιγμές την καθηλώνει σε έναν στεντόρειο, αποπνικτικό τόνο. Βέβαια, οι σποραδικοί εκτροχιασμοί δεν αφαιρούν τίποτα από τη δύναμη της γραφής, η οποία από την πρώτη κιόλας σελίδα επιβάλλεται στον αναγνώστη και με ορμή τον καταβυθίζει σε ένα αβυσσώδες έρεβος.