ΒΙΒΛΙΟ

Μνήμη Κωστή Παπαγιώργη

mnimi-kosti-papagiorgi-2077269

Διαβάζω το Curriculum vitae (από τα «Σιαμαία και ετεροθαλή», 1987) και πέφτω τρεις φορές πάνω στη λέξη «αδυναμία»: προσήλωση του Κωστή Παπαγιώργη (1947-2014) στην ανθρώπινη αδυναμία, επείγουσα ανάγκη να γράψει απ’ τη μεριά της.

Τα γραπτά ζούνε απ’ τις αδυναμίες τους.

Στο ίδιο κείμενο: «Μιλούσα γράφοντας, αλλά δεν μπορούσα να γράφω μιλώντας» και δεν μπορώ να σκεφτώ καλύτερο λόγο για να γράψει κανείς. Κάποιος που δυσκολεύεται να μιλήσει -που σημαίνει πως δεν καταφέρνει να είναι τόσο ακριβής όσο θέλει- πιστεύω πως αποφασίζει να γράψει επειδή το γράψιμο έχει ένα πλεονέκτημα, το οποίο είναι το μειονέκτημα του προφορικού λόγου: το σβήσιμο.

Εκεί λοιπόν που μια προφορική εκφραστική αστοχία μπορεί να κατρακυλήσει σε παρερμηνεία και να οδηγήσει τη συζήτηση σ’ ένα σκοτάδι απ’ το οποίο δεν ξεφεύγει κανείς εύκολα (κάποιες συζητήσεις είναι σαν σκοτεινά δάση), στο γράψιμο υπάρχει η δυνατότητα, και κυρίως ο χρόνος, για αναδιατύπωση. Στον προφορικό λόγο η αναδιατύπωση είναι ατόπημα, στο γράψιμο η διόρθωση είναι αναγκαία.

Ζηλεύω τους συγγραφείς που γράφουν τα κείμενά τους μονοκοντυλιά, αλλά ζηλεύω περισσότερο τα γραπτά που διαβάζονται λες και έχουν γραφτεί με τη μία. Προσωπικά πάντως βλέπω το γράψιμο σαν στριφογύρισμα γύρω από ένα πηγάδι. Οσο το πλησιάζουμε τόσο ζαλιζόμαστε και μονάχα αν πέσουμε με το κεφάλι μέσα, ίσως βρούμε κάτι.

Το πηγάδι είναι συνήθως ξερό. Ωστόσο ο Παπαγιώργης μάλλον δεν αναφερόταν στην εκφραστική ευχέρεια (δεν τον γνώριζα, δεν τον είχα ακούσει να μιλάει, τον είχα δει μόνο να περπατάει), αλλά στη «χρόνια αναπηρία του», όπως γράφει στο «Σύνδρομο αγοραφοβίας» (1998), ένα τραύλισμα που τον ταλαιπωρούσε, μέχρι που τη δεκαετία του ’80 ανακάλυψε πως το αλκοόλ ήταν ικανό να το ξεμπλοκάρει: «Απροσδόκητα, τις ώρες της μέθης δεν είχα καμιά δυσκολία με τα σύμφωνα και τους ρόζους του “κ” και του “π”. Μπορούσα να μιλάω απρόσκοπτα, ροϊκά, με ευφράδεια, κι όχι μόνο ελληνιστί, παρά και γαλλιστί και σ’ όλες τις γλώσσες των αγγέλων. Με μια μπουκάλα ουίσκι ανέβαινα στο ύψος μου».

Εκείνη ήταν και η δεκαετία που ο Παπαγιώργης διέλυσε το σώμα του. Το έλιωσε, μια δεκάχρονη καύση ώς τα σαράντα, για να επιστρέψει στο γράψιμο, αναγεννημένος πλέον, έχοντας δηλαδή καλλιεργήσει την πιο ελαττωματική του πλευρά, που του επέτρεψε να γράψει για τα επόμενα είκοσι πέντε χρόνια, χρησιμοποιώντας, επιτέλους, τη δική του πείρα. Στο κεφάλαιο για τον Γκόγκολ («Ντοστογιέφσκι», 1990) γράφει τα εξής: «Εξωτερικεύοντας τις νευρώσεις του με τη γραφή έφτανε σε σκωπτικές λύσεις που είχαν συναρπαστικά αποτελέσματα στη λογοτεχνία, στον ίδιο, όμως, επενεργούσαν ανασταλτικά. Για να “μιλήσει” με τον τρόπο που αυτός μόνο ήξερε, έπρεπε από μια άλλη μεριά να “σωπάσει” πάλι με έναν τρόπο που ήταν καταδικός του». Και λίγο παρακάτω: «Αυτό που ωθούσε τον Γκόγκολ να αξιοποιεί μόνο μια πλευρά του ψυχισμού του, την πλέον πρόσφορη αλλά όχι και την πλέον σημαντική (κατά την εκτίμησή του), κυοφορούσε ένα διχασμό που δεν θα αργούσε να ξεσπάσει».

Βέβαια, ο Παπαγιώργης ήταν ντοστογιεφσκικός (παρόλο που το ύφος της γραφής του δεν έχει καμία συγγένεια με το απρεπές ύφος του Ντοστογιέφσκι) και η μονογραφία του για τον Ρώσο μπορεί να διαβαστεί σαν μια κρυφή αυτοβιογραφία, καθώς, όπως έλεγε, ένιωθε πάντα «σαν καρικατούρα του Ντοστογιέφσκι» («Η ανάποδη των ανθρώπων», συνομιλίες με τον Κωνσταντίνο Θεμελή, 2003), ένας Γκολιάτκιν περισσότερο, σπασμένος στα δύο, με το ένα μισό (η νεότερη ηλικία, η αυθάδεια, τα πάθη, η μέθη) να ταλαιπωρεί μονίμως, σε βαθμό καταδίωξης, το άλλο μισό (ο συγγραφέας που κλείνεται στο σπίτι του για να γράψει με ό,τι έχει αποταμιεύσει στη νεότητά του).

Στο δεύτερο κεφάλαιο του «Σωσία» (1846), ο ήρωας του Ντοστογιέφσκι -προτού εμφανιστεί το είδωλό του, ο δεύτερος Γκολιάτκιν, ο νέος- επισκέπτεται τον γιατρό. Ο γιατρός τον υποδέχεται ψυχρά. Σχεδόν δείχνει ενοχλημένος. Πολύ γρήγορα, όμως, κάνει τη διάγνωσή του. Αλλάξτε συνήθειες, Γκολιάτκιν, χαρείτε τη ζωή σας, λέει με κάποια αφέλεια, μόνο που ο Γκολιάτκιν δεν καταλαβαίνει ακριβώς τι εννοεί. Ζω όπως όλοι, απαντά, και ύστερα, απροσδόκητα και κλιμακωτά, ξεδιπλώνει τη δυσφορία του απέναντι σ’ όσους θέλουν να τον βλάψουν (υποτιθέμενοι φίλοι, εχθροί, τ’ άτομα απ’ την υπηρεσία του, η διπρόσωπη κοινωνία), μ’ εκείνον τον ευερέθιστο τόνο στη φωνή που βγαίνει από ένα σώμα που έχει ήδη αποδιοργανωθεί. Ο γιατρός σαστίζει. Ενδιάμεσα, ο Γκολιάτκιν σταματά, κλαίει, επανέρχεται, συνεχίζει και στο τέλος, με μια υπόκλιση, αποχωρεί. Ο ηλικιωμένος γιατρός τον κοιτάζει απ’ το παράθυρο, ενώ ο Γκολιάτκιν ανεβαίνει στην άμαξα.

Φως ομίχλης

Σε μια ανάλογη σκηνή, στο «Σύνδρομο αγοραφοβίας», ο Παπαγιώργης βρίσκεται στο ιατρείο και εκθέτει τα συμπτώματά της ασθένειάς του στον γιατρό. Εδώ ο γιατρός είναι νέος, σπινθηροβόλος και προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο για να κατευνάσει την αυθυποβολή του Παπαγιώργη, του προτείνει μια σίγουρη λύση: από τη στιγμή που ο ασθενής αισθάνεται πως θα λιποθυμήσει κάθε φορά που τον πλησιάζει άνθρωπος, ο γιατρός είναι διατεθειμένος να τον ακολουθεί στις εξόδους του, προκειμένου να ελέγχει τις λιποθυμικές του τάσεις, σαν ένα ζωντανό δίχτυ ασφαλείας, ένας αντίστροφος σωσίας επομένως, αγγελικός και βοηθητικός, έτοιμος να συνδράμει, απλά με τη δύναμη της παρουσίας του (και με το αζημίωτο βέβαια). Ο Παπαγιώργης φεύγει ελαφρώς απογοητευμένος. Ενας φίλος με αμάξι έρχεται και τον παραλαμβάνει.

Ο Παπαγιώργης υποστήριζε στις «Δεδομένες παραστάσεις» -στα «Σιαμαία»- πως ο συγγραφέας ξεκινά δίχως έτοιμη γλώσσα, δίχως συμπαράσταση, με μια μοναχικότητα που οφείλει να τη διατηρήσει ώς το τέλος, όπως ένα φως ομίχλης που εξακολουθεί να φωτίζει τη νύχτα, ακόμη κι όταν η ομίχλη έχει φύγει.

Καμιά φορά, ακόμη κι όταν το σώμα φεύγει, δεν φεύγει η λέξη.

* Το τελευταίο βιβλίο του Κωστή Παπαγιώργη, «Υπεραστικά», κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Από τον ίδιο εκδοτικό οίκο κυκλοφορούν όλα του τα βιβλία.