ΒΙΒΛΙΟ

Μπροστά στον καθρέφτη

mprosta-ston-kathrefti-2079451

Ολα τού φταίνε του Μόντι. Ορθιος μπροστά στον καθρέφτη, κοιτάζει το είδωλό του και αφήνεται σε μιαν ιλιγγιώδη καταβύθιση στη ζωή του που ισοδυναμεί μ’ εφιάλτη. Η όλη σκηνή είναι όπως ένα ζόρικο αλλά αγαπημένο τραγούδι, στο οποίο επιστρέφεις ξανά και ξανά. Ο κύριος Γκρι τουλάχιστον αυτό κάνει κάθε τόσο. «Μα αυτή είναι», τονίζει, «η πυρηνική σκηνή της “25ης ώρας”», της ταινίας που ο Σπάικ Λι γύρισε το 2002, με τον Εντουαρντ Νόρτον στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Μετά τον Μοντγκόμερι Κλιφτ, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, τον Γούντι Αλεν, τον Ουίλιαμ Χαρτ και τον Χάρβεϊ Καϊτέλ, τώρα ο Νόρτον, σχολιάζω – μα ο κύριος Γκρι με διακόπτει: «Στέκεσαι στους ηθοποιούς· δεν μ’ ενδιαφέρουν οι ηθοποιοί, τουλάχιστον σε αυτή τη λίστα. Με ενδιαφέρουν οι χαρακτήρες που υποδύονται, οι επινοημένοι άνθρωποι. Για μένα υπάρχουν, είναι πραγματικοί. Ειδικά ο Μόντι της “25ης ώρας”: ένα βαποράκι με ηθικές αναστολές (δεν σκοτώνει καν τον άνθρωπο που τον πρόδωσε), που ξέρει ότι η δουλειά που κάνει δεν είναι καν δουλειά, ο οποίος όμως πέφτει θύμα της αλαζονείας του και τώρα ζει την τελευταία ώρα της ελευθερίας του προτού πάει φυλακή, για επτά ολόκληρα χρόνια.

»Αυτός ο θαρραλέος, περπατημένος νεαρός άνδρας ξέρει ότι στη φυλακή δεν έχει καμία ελπίδα – ο ανδρισμός του θα πάει περίπατο. Στο βάθος, όμως, καταλαβαίνει πως είναι ήδη φυλακισμένος προτού καν περάσει την πύλη της φυλακής, ζώντας μια προσωπική κόλαση, τρέφοντας ανάμεικτα συναισθήματα για τον αποτυχημένο πατέρα του – στον οποίο ανατρέχει πάντως για να τον οδηγήσει στα σίδερα. Ο πατέρας θα παραδώσει τον γιο στους φύλακες και τους επίδοξους βιαστές του. Κάποιους οι πατεράδες τους τους πάνε στην πρώτη τους, επί πληρωμή, γυναίκα· άλλους τούς συνοδεύουν έως την πύλη της πρώτης ημέρας της στρατιωτικής τους θητείας. Τουλάχιστον αυτό μπορούσε να συμβεί έως και τη δική μας γενιά, από κει και πέρα δεν ξέρω. Η ενηλικίωση του Μόντι είναι φυσικά αλλιώς, έχει κάτι ακραίο: είναι αναπόφευκτα βάναυση, συνέπεια των πρότερων επιλογών του».

Οπότε η σκηνή μπροστά στον καθρέφτη είναι κομβική: ο Μόντι διαολοστέλνει («κρίμα που η εφημερίδα δεν επιτρέπει αυτά τα υπέροχα βρωμόλογα», λέει ο κύριος Γκρι γελώντας) τους ζητιάνους, τους μετανάστες, τους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ, τον πρόεδρο Μπους, τις μειονότητες, τους γκέι, την Αλ Κάιντα, τις Νεοϋορκέζες με τις πλαστικές, τους Ρώσους, τους Εβραίους και τους Ιταλούς, όλη την πόλη, τους φίλους, την κοπέλα του, τον πατέρα του – για να τα αναιρέσει όλα και να διαολοστείλει τον εαυτό του μόνο. Μόνος του τα σκάτωσε, αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη.

Τι μουσική, ποιο τραγούδι θα άκουγε ο Μόντι; «Δύσκολη ερώτηση», απαντάει ο κύριος Γκρι. Μα δεν είπαμε ότι η σκηνή μπροστά στον καθρέφτη είναι όπως ένα ζόρικο αλλά αγαπημένο τραγούδι στο οποίο επιστρέφεις ξανά και ξανά; Ο κύριος Γκρι σκέφτεται για λίγο. «Ιρλανδός δεν είναι ο Μόντι;» ρωτάει. Ναι, και το τονίζει. Οπότε ο κύριος Γκρι βάζει τον Μπιλ Εβανς να παίζει στο πιάνο το παραδοσιακό ιρλανδέζικο, το «Danny Boy». «Εχει αυτή τη γαλήνη και τη γλυκιά θλίψη, τη χάρη και τη δροσιά της ζωής, είναι ζόρικο μα και αγαπημένο. Είναι όλα όσα ξέχασε ο Μόντι».