ΒΙΒΛΙΟ

Τζ. Φράνζεν: «Αγαπώ όσους είναι χρεωμένοι»

03s1frenz
franzen-taim-e3wfyllo

Τον Οκτώβριο του 2010, ο Τζόναθαν Φράνζεν έμοιαζε ο πιο ευτυχισμένος συγγραφέας στον κόσμο. Η Μιτσίκο Κακουτάνι των New York Times, η κριτικός που είναι φόβος και τρόμος για τους Αμερικανούς συγγραφείς εξαιτίας των κατεδαφιστικών κριτικών της, και το πρόσωπο που ο Φράνζεν είχε χαρακτηρίσει ως το «πιο ηλίθιο στη Νέα Υόρκη» έπειτα από μια αρνητική κριτική της στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο “The Discomfort Zone”, είχε δημοσιεύσει μια διθυραμβική κριτική για το τότε καινούργιο του μυθιστόρημα, την «Ελευθερία», και το ίδιο είχαν κάνει ή θα έκαναν και οι περισσότεροι κριτικοί στα δημοφιλέστερα μέσα του αγγλοσαξονικού κόσμου, βοηθώντας το βιβλίο να παραμείνει στις λίστες με τα ευπώλητα για πολλούς μήνες. Επιπρόσθετα, στις 23 Αυγούστου, μια βδομάδα πριν από την έκδοση της «Ελευθερίας», ο Φράνζεν είχε γίνει εξώφυλλο στο περιοδικό “Time”, μια μιντιακή τιμή που έχει αποδοθεί σε ελάχιστους Αμερικανούς συγγραφείς.

Στις 8 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς είδα τον Φράνζεν από κοντά να διαβάζει αποσπάσματα από την «Ελευθερία», τόσο στα αγγλικά όσο και στα γερμανικά, μπροστά σε ένα συνεπαρμένο κοινό στο κατάμεστο Schauspielhaus στην Φρανκφούρτη. Ο Φράνζεν έμοιαζε συμφιλιωμένος με το μέγεθος της επιτυχίας του, γελούσε και αυτοσαρκαζόταν με αβίαστο τρόπο. Έδειχνε ειλικρινής απέναντι στο κοινό του. Οι καταθλιπτικές και οργισμένες ημέρες της δεκαετίας του ’90, η εποχή του αυτοοικτιρμού και των αμφιβολιών του για την αποστολή του ως συγγραφέα, που μεσολάβησε ανάμεσα στην έκδοση του δεύτερου βιβλίου του, των επαινεμένων από την κριτική αλλά εμπορικά αποτυχημένων «Κραδασμών» και του αριστουργήματός του, των «Διορθώσεων», ανήκαν πια στο παρελθόν.

Ο Τζόναθαν Φράνζεν που συνάντησα την περασμένη Δευτέρα στην Αθήνα δεν διέφερε πολύ από τον συγγραφέα που αντίκρισα στη Φρανκφούρτη. Η τάση του να κάνει προβοκατόρικες δηλώσεις, πράγμα που συνέβη και στη συνέντευξή μας, θα μπορούσε να ιδωθεί ίσως ως μια ένδειξη υπερφίαλου βεντετισμού εάν δεν φρόντιζε ο ίδιος να σβήσει αμέσως τους καπνούς από τις δηλώσεις-πυροτεχνήματα επανερχόμενος με σύντομες εξομολογήσεις αμείλικτης ειλικρίνειας. Αρχίσαμε να μιλάμε για τον «Δράκο» του Νίκου Κούνδουρου, την ταινία που βλέπουν σε ένα από τα πρώτα τους ραντεβού οι Πάτι και Γουόλτερ Μπέργκλουντ, το κεντρικό ζευγάρι στην «Ελευθερία», με τον Γουόλτερ να ταυτίζεται, ως έναν βαθμό, με τον ήρωα που υποδύεται ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Στην ερώτησή μου πώς είναι δυνατόν να θυμόταν αυτή την ταινία τριάντα χρόνια μετά την πρώτη φορά που την είδε, ο Φράνζεν μου απάντησε με νόημα ότι υπήρξε μια πολύ σημαντική ταινία για εκείνον. Μιλήσαμε για άλλες ταινίες που τον επηρέασαν, το “Lamerica” του Gianni Amelio που τον βοήθησε πολύ στη συγγραφή των «Διορθώσεων»., όπως και το «Νονό» που τον είδε όψιμα. Συζητήσαμε επίσης λίγο για τον Ντον ΝτεΛίλο, τον οποίο είχε συναντήσει στη Νέα Υόρκη την προηγούμενη βδομάδα και για την εικόνα της Αθήνας στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όπως αυτή αποτυπώνεται στα «Ονόματα» του ΝτεΛίλο αλλά και σε ένα κεφάλαιο στο «Σενάριο γάμου» του Τζέφρι Ευγενίδη, μια εικόνα που απέχει πολύ από τη σημερινή εικόνα της πόλης.

Προτού απαντήσει στις περισσότερες ερωτήσεις, έδειχνε να συγκεντρώνεται και να ζυγίζει τις πιθανές απαντήσεις του με τέτοια ένταση που νόμιζες ότι ο διαφαινόμενος διχασμός του για την ορθότητα της επιλογής του μπορεί στο τέλος να τον ανάγκαζε να παρατήσει την προσπάθεια. Μιλούσε με μεγάλες παύσεις ανάμεσα στις σύντομες περιόδους που σχημάτιζαν οι προτάσεις του. Υπήρξε φιλικός και προσηνής καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησής μας. 

– Χρειάστηκε να περάσουν δέκα χρόνια για να ολοκληρώσετε τις «Διορθώσεις», ενώ μέχρι την έκδοση του επόμενου βιβλίου σας, της «Ελευθερίας», μεσολάβησαν εννέα χρόνια. Βεβαίως, όπως δηλώσατε σε σχετική συνέντευξη, το πραγματικό διάστημα που αφιερώσατε στη συγγραφή της «Ελευθερίας» είναι ενάμιση έτος. Σ’ αυτά τα μεγάλα χρονικά διαστήματα μοιάζατε σαν να παλεύετε με διάφορες ιδέες σχετικά με το τι είδους μυθιστορήματα θέλατε να είναι αυτά τα δυο βιβλία. Ήταν άραγε πιο εύκολο να γράψετε το “Purity”, το επόμενο μυθιστόρημά σας που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβριο;

– Συνέβαιναν πολλά τη δεκαετία του ’90. Χώριζα, πέθαιναν και οι δυο γονείς μου. Ζούσα μόνος μου για πρώτη φορά στη ζωή μου, ζούσα επίσης για πρώτη φορά στη Νέα Υόρκη, στο Μανχάταν. Ήταν τόσα πολλά. Μετά την έκδοση των «Διορθώσεων» προσπαθούσα να προσαρμοστώ στην επιτυχία του βιβλίου. Ξαφνικά απέκτησα χρήματα, έγινα χαρούμενος, έγινα επίσης παρατηρητής πουλιών. Η σχέση μου πήγαινε καλά, σε αντίθεση με την προηγούμενη σχέση μου που ήταν προβληματική. Αντίθετα, δεν συνέβησαν πολλά μετά την έκδοση της «Ελευθερίας». Κατά κάποιον τρόπο, όσα έγιναν θύμιζαν όσα είχαν ήδη γίνει με τις «Διορθώσεις». Πράγμα που σημαίνει βέβαια ότι δεν είναι η πιο ενθαρρυντική κατάσταση για να γράψεις ένα καινούργιο μυθιστόρημα, δεν πιστεύω ότι μπορείς να γράψεις ένα καλό μυθιστόρημα χωρίς να αλλάξεις με έναν τρόπο. Όμως υπέφερα επί έναν χρόνο εργαζόμενος για το HBO (σ.σ. Έγραψε το σενάριο για την τηλεοπτική μεταφορά των «Διορθώσεων», όμως το project τελικά ακυρώθηκε). Ο πατέρας μου μού έλεγε πάντα: «να μην δουλέψεις ποτέ σε γραφείο, να μην δουλέψεις με άλλους ανθρώπους». Αυτό ήταν το λάθος που έκανα. Εκείνος δούλευε όλη του τη ζωή σε εταιρείες, δεν ήταν ποτέ αυτοαπασχολούμενος. Δούλευα βέβαια με σπουδαίους, αληθινά ταλαντούχους ανθρώπους.

O Noah Baumbach που θα σκηνοθετούσε τη σειρά έμοιαζε ο ιδανικός σκηνοθέτης για τις «Διορθώσεις».

Δεν είμαι σίγουρος ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος τελικά. Δεν είμαι σίγουρος ότι κι ο ίδιος θα σου έλεγε ότι ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος. Νομίζω ότι προτιμά να δουλεύει μόνος του, να κάνει τα δικά του πράγματα. Δεν είμαι σίγουρος ότι του ταίριαζε η τηλεοπτική μεταφορά ενός «μεσοδυτικού» μυθιστορήματος. Φυσικά δεν έχω τίποτα εναντίον του. Όλο αυτό τράβηξε έναν χρόνο και όταν τελείωσε ένιωσα μεγάλη ευχαρίστηση που έμεινα πάλι μόνος. Δεν έβλεπα την ώρα να αρχίσω να γράφω πάλι.

– Κι αυτά συνέβησαν το 2012;

– Ναι, αποδεσμεύτηκα από το HBO τον Απρίλη του 2012. Μέχρι το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς είχα ήδη αρχίσει να δουλεύω πάνω στο επόμενο βιβλίο μου. Το ότι δούλεψα για μια εταιρεία μοιάζει σαν να μου έδωσε την ευκαιρία να ανακαλύψω από την αρχή τη χαρά του να δουλεύω μόνος.

– Σε μια πρόσφατη συνέντευξή του ο Baumbach δήλωσε πως ένας από τους λόγους που το HBO δεν προχώρησε με τη σειρά ήταν ότι το βιβλίο παραήταν περίπλοκο για την τηλεόραση. Άραγε η μεγάλη λογοτεχνία παραμένει πολύπλοκη για την τηλεόραση ακόμα και στην αποκαλούμενη «χρυσή εποχή» της αμερικανικής τηλεόρασης;

– Γράφω τα βιβλία μου με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορούν να γίνουν ταινίες. Το ρεκόρ μου είναι τέλειο, έχω νικήσει επανειλημμένα τα οπτικά μέσα. Υπάρχει πάντως στα σκαριά ένα μικρό project για την «Ελευθερία», όμως είναι ένα περίεργο μικρό project. Θα δούμε τι θα γίνει. Δεν νομίζω πάντως ότι στην περίπτωση των «Διορθώσεων» ευθύνεται κατ’ ανάγκη η πολυπλοκότητα του κειμένου. Κατά κάποιον τρόπο το φταίξιμο είναι όλο δικό μου. Άρχισα να βλέπω σοβαρά τηλεόραση όταν είχαμε προχωρήσει αρκετά με τις τηλεοπτικές «Διορθώσεις». Τότε άρχισα να παρακολουθώ ορισμένα πραγματικά σπουδαία σόου όπως το “Breaking Bad”. Τότε είδα με ποιον τρόπο μπορούσε να γίνει η τηλεοπτική μεταφορά. Όμως το πρόβλημα ήταν ότι θα έπρεπε να αλλάξουμε πολύ το βιβλίο. Ο στόχος μας ήταν η τηλεοπτική μεταφορά των «Διορθώσεων» και η επέκταση της σειράς σε τέσσερις κύκλους επεισοδίων. Δεν έφταιγε λοιπόν η πολυπλοκότητα του βιβλίου, αλλά οι τυπικές απαιτήσεις της τηλεόρασης. Ένα μέρος από κάθε επεισόδιο περιείχε υλικό που αφορούσε το παρελθόν των ηρώων, όπως συμβαίνει σε πολλές σειρές. Το πρόβλημα ήταν ότι κάθε καινούργιο επεισόδιο εξελισσόταν σε διαφορετικό χρονικό σημείο στο παρελθόν. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορείς να το κάνεις στην τηλεόραση. Δεν μπορείς να εισαγάγεις τους ήρωες στο παρελθόν στο πρώτο επεισόδιο και να μην ξεκινήσεις με τους ίδιους ήρωες από το ίδιο σημείο στο δεύτερο επεισόδιο. Δεν γίνεται να περιμένεις ως το τέταρτο επεισόδιο για να επανέλθεις στους ήρωες σε αυτό το χρονικό σημείο. Και προκειμένου να μπουν όλα σε μια σειρά, θα πρέπει να αρχίσεις να παραμορφώνεις το περιεχόμενο του βιβλίου. Οι άνθρωποι του HBO, οι παραγωγοί του, αντιμετώπιζαν το βιβλίο με σεβασμό, δεν ήθελαν να το παραμορφώσουν. Εμένα δεν με ένοιαζε.

– Σύμφωνα με τη σύνοψη του “Purity”, η ομώνυμη ηρωίδα είναι μια ντόμπρα και ειλικρινής νεαρή γυναίκα που προσπαθεί να φτιάξει τη ζωή της ενώ είναι χρεωμένη με ένα ιλιγγιώδες ποσό για τις σπουδές της στο κολέγιο. Ενόσω γράφατε το βιβλίο, η Αμερική, παρότι χτυπήθηκε πολύ λιγότερο από την κρίση σε σχέση με την Ελλάδα, είδε να εκτυλίσσεται μια σύγκρουση ανάμεσα σε δυο γενιές: τη γενιά των σημερινών τριαντάρηδων με τις περιορισμένες δυνατότητες εξέλιξης και τη γενιά των γονιών τους που οδήγησαν την μεταπολεμική οικονομία σε πρωτοφανή ευημερία και μεγάλωσαν τα παιδιά τους με μεγάλες ανέσεις. Πώς επηρέασε αυτή η σύγκρουση γενεών την κατασκευή της Purity ως μυθιστορηματικής ηρωίδας;

– Έμμεσα. Δεν επιδιώκω ποτέ να υπάρχει άμεση σύνδεση ανάμεσα στα γεγονότα της επικαιρότητας και σε πράγματα που συμβαίνουν στο βιβλίο. Τα γεγονότα της επικαιρότητας έχουν ήδη περιγραφεί και αναλυθεί σε υπερβολικό βαθμό. Ακόμη κι αν είχα να προσθέσω κάτι ενδιαφέρον ή καινούργιο ως συγγραφέας, τα γεγονότα θα είχαν χάσει την επικαιρότητά τους μέχρι να εκδοθεί το βιβλίο, επομένως ποιο το νόημα να ασχοληθείς με αυτά; Παρόλα αυτά, διάφορα μέρη του βιβλίου διαδραματίζονται στο Όκλαντ της Καλιφόρνια, ένα από τα δυο-τρία κέντρα του κινήματος “Occupy”. Το κίνημα έφτασε σε μια κορύφωση στη Νέα Υόρκη και μετά εξασθένησε, ενώ στο Όκλαντ παραμένει ισχυρό. Από πολλές απόψεις θα μπορούσε να θεωρηθεί η πρωτεύουσα του αμερικάνικου κινήματος. Κι αυτό είναι ένα οικείο και ενδιαφέρον περιβάλλον για μένα. Οπότε, ναι, επηρεάστηκα ως προς την επιλογή του τόπου στον οποίο θα εξελισσόταν μέρος της δράσης. Οι οικονομικές ανισότητες πάντοτε με ενδιέφεραν. Τα χρήματα γενικά πάντοτε χρησίμευαν στον συγγραφέα ως στοιχείο μιας ιστορίας. Και αγαπώ ειδικότερα όσους είναι χρεωμένοι. Διότι σιχαίνομαι να είμαι εγώ ο χρεωμένος.

– Υπάρχουν όρια στην απομάκρυνση ενός συγγραφέα από τα προηγούμενα έργα του;

– Θεωρητικά όχι, πρακτικά ναι. Μου έρχεται στο μυαλό το σχόλιο της Φλάνερι Ο’ Κόννορ για τον συγγραφέα: Μπορείς να κάνεις όλα όσα πιστεύεις πως δεν θα έχουν συνέπειες, θ' ανακαλύψεις όμως πως αυτά δεν είναι και πολλά. Που σημαίνει ότι μπορείς να ωθήσεις τα όρια, όμως εάν πρέπει να ωθήσεις τα όρια και ταυτόχρονα να παραμείνεις καλός, δεν θα πρέπει να τα ωθήσεις τόσο μακριά.

– Σε όλη την καριέρα σας διερευνάτε τη σχέση του υποκειμένου τόσο με τα οικεία όσο και τα μεγαλύτερα συστήματα γύρω του, την οικογένεια, την επιστήμη, τις μεγάλες επιχειρήσεις. Σε ποιο βαθμό αυτά τα μεγαλύτερα συστήματα διαμορφώνουν την ταυτότητά μας, την αίσθηση του εαυτού; 

– Αυτή είναι μια ερώτηση που βασανίζει τους κοινωνιολόγους από την εποχή του Μαξ Βέμπερ. Σημαντική ερώτηση ασφαλώς. Ο Μαρξ θα έδινε μια συγκεκριμένη απάντηση και δεν νομίζω ότι θα συμφωνούσα μαζί του. Προσωπικά έχω μετατοπίσει το ενδιαφέρον μου από τα συστήματα στα άτομα. Εν μέρει επειδή ποτέ δεν ξέρεις τι θα συμβεί με ένα άτομο, ενώ τα συστήματα είναι σε κάποιο βαθμό προβλέψιμα. Το σύστημα που εμφανίζεται στην αρχή ενός μυθιστορήματος του Πίντσον ή του Γκάντις είναι σε μεγάλο βαθμό το σύστημα που υπάρχει και στο τέλος του. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλά δυστοπικά μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας. Όταν εστιάζεις το ενδιαφέρον σου σε ένα σύστημα που δεν πρόκειται να μεταβληθεί, ένα πανίσχυρο σύστημα που διεισδύει στα πάντα και επηρεάζει τα πάντα, κατά κάποιον τρόπο αναπαράγεις την ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Εξαρτάται πού δίνεις έμφαση. Και εγώ προτιμώ να δίνω έμφαση στην υποκειμενικότητα του ατόμου.

– Το 2010 γίνατε ο πρώτος Αμερικνός εν ζωή συγγραφέας που εμφανίστηκε στο εξώφυλλο του περιοδικού “Time” από την εποχή της εμφάνισης του Στίβεν Κινγκ το 2000. Χαρήκατε με όλο αυτό το κύμα αναγνώρισης και δημοσιότητας που ακολούθησε;   

– Το εξώφυλλο στο “Time” ήταν σημαντικό για μένα διότι ο πατέρας μου υπήρξε φανατικός αναγνώστης του. Και μόνο γι’ αυτόν το λόγο δεν μπορώ να υποκριθώ ότι δεν το χάρηκα, παρότι ο πατέρας μου είχε πεθάνει καιρό πριν. Από την άλλη, το να σε ξεχωρίζουν με αυτό τον τρόπο, σε απομονώνει κάπως. Δεν θέλω να αποξενωθώ από τον εαυτό μου. Θέλω να μπορώ να αισθάνομαι ότι έχω ιδιωτική ζωή. Ευτυχώς ζω με μια γυναίκα που δεν την εντυπωσιάζουν τα εξώφυλλα και όλα αυτά και η οποία δίνει μεγάλη σημασία στην προστασία της ιδιωτικής ζωής. Βγαίνω έξω και κατά κάποιον τρόπο υποδύομαι έναν ρόλο. Νομίζω ότι ίσως αυτός είναι ο πιο σωστός τρόπος για να μιλήσεις γι’ αυτό: είναι ένας ρόλος που υποδύεσαι. Και είναι μάλλον ένας ρόλος που μου ταιριάζει διότι έχω ισχυρές απόψεις, μου αρέσει το κοινό, μου αρέσει η προσοχή του κόσμου. Όμως αυτός δεν είναι ο αληθινός εαυτός μου. Προσπαθώ πολύ να προστατέψω εκείνο τον εαυτό μου που δεν έχει καμιά σχέση με το εξώφυλλο του “Time”.  

-Έχετε εκφράσει επανειλημμένα τη δυσφορία που σας προκαλούν η τεχνολογία και τα σόσιαλ μίντια. Μπορεί κάποιος να αποστασιοποιηθεί από τον σημερινό κόσμο που μοιάζει να κυριαρχείται από την τεχνολογία; Πώς μπορεί να βρει την ησυχία του μέσα σε έναν τόσο θορυβώδη κόσμο;

– Δεν έχω απάντηση. Θα αρκεστώ απλώς να επισημάνω ότι κάθε φορά που εμφανίζεται ένα καινούργιο σύστημα που ελέγχει τα πάντα, μοιάζει να αποκλείει κάθε πιθανότητα αντίστασης απέναντί του. Πώς μπορείς να αντισταθείς στον σταλινικό ή τον φασιστικό ολοκληρωτισμό; Είναι νωρίς πάντως, δεν ξέρουμε ακόμη τι θα γίνει με τη νέα τεχνοκρατία. Όλοι τη φοβούνται και ταυτόχρονα όλοι φοβούνται να μείνουν εκτός αυτής, όπως οι νεαροί συγγραφείς. Οι εκδότες μου μού λένε ότι είναι απαραίτητο να έχω λογαριασμό στο twitter και να είμαι διαρκώς ενεργός στο facebook, ειδάλλως κανείς δεν θα αγοράσει το βιβλίο μου. Οι εκδότες είναι φοβισμένοι, αισθάνονται ότι οι εξελίξεις τους αφήνουν πίσω. Με έναν ήπιο, πολύ ήπιο τρόπο, όλο αυτό θυμίζει τη ζωή σε ένα δικτατορικό καθεστώς. Εάν είσαι εκδότης, όσο περισσότερο τροφοδοτείς τον κόσμο του ηλεκτρονικού περισπασμού και της κατακερματισμένης προσοχής, τόσο περισσότερο σκοτώνεις τη βαθύτερη ουσία του προϊόντος σου. Ποιο είναι το επόμενο βήμα για τον εκδότη; Να περιορίσει το μέγεθος των βιβλίων σε δυο σελίδες; Πιστεύω ότι είναι καθήκον του συγγραφέα σήμερα να αντισταθεί σιωπηρά, να δηλώσει ότι τα πράγματα δεν χρειάζεται να γίνονται με έναν συγκεκριμένο τρόπο.

-Όταν ήσασταν ακόμη νεαρός επίδοξος συγγραφέας σας είχε συναρπάσει η γερμανική λογοτεχνία. Έχετε ζήσει στη Γερμανία ένα διάστημα, γνωρίζετε καλά την κουλτούρα της, ενώ επίσης έχετε ζήσει στην Ισπανία και την Ιταλία. Πώς εντάσσεται η ευρωπαϊκή κουλτούρα στα βιβλία σας;

-Παρότι προσπαθώ να γράφω διασκεδαστικά βιβλία, το αρχικό ερέθισμα για να αρχίσω να γράφω μου το δίνουν οι ιδέες. Όλα τα βιβλία μου, τόσο τα μυθιστορήματα όσο και οι συλλογές με τα άρθρα μου, αφορούν ιδέες. Σκέφτομαι λοιπόν την ευρωπαϊκή πνευματική σκηνή ως ένα μέρος όπου οι ιδέες έχουν ακόμη πραγματική αξία. Το να ενδιαφέρεσαι πολύ για ιδέες ίσως δεν είναι τόσο ελκυστικό στην Αμερική. Νομίζω ότι η εκπαίδευσή μου στη γερμανική λογοτεχνία συνεχίζει να ασκεί επιρροή πάνω μου, διότι οι Γερμανοί συγγραφείς ενδιαφέρονται πραγματικά για το νόημα. Ο Νίτσε, ο Ρίλκε, ο Τόμας Μαν. Το συναρπαστικό με τους μοντέρνους Γερμανούς συγγραφείς είναι ότι παρότι έπρεπε να παραμείνουν πιστοί στον παραδοσιακό κανόνα με βάση τον οποίο ένα έργο πρέπει να έχει συγκεκριμένο νόημα, ταυτόχρονα πειραματίστηκαν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.

-Ανήκετε σε μια γενιά επαινεμένων και χαρισματικών συγγραφέων που περιλαμβάνει τους Τζέφρι Ευγενίδη, Γουίλιαμ Βόλμαν, Ντόναλντ Άντριμ, Ντέιβιντ Φόστερ Γουάλας, Μάικλ Σέιμπον, Τζορτζ Σόντερς και άλλους. Ήσασταν επιστήθιοι φίλοι με τον Γουάλας μέχρι τον θάνατό του, ενώ ο Ντόναλντ Άντριμ είναι στενός φίλος σας. Στο παρελθόν ανταλλάζατε τα χειρόγραφά σας με τον Ευγενίδη και τον Γουάλας πολύ προτού αυτά εκδοθούν.

-Και με τον Βόλμαν ανταλλάζαμε χειρόγραφα.

-Γενικώς φαίνεται να υπάρχει μια αίσθηση αμοιβαίου σεβασμού και θαυμασμού ανάμεσα σε όλους σας. Με ποιους τρόπους σας έχουν επηρεάσει όλοι αυτοί οι συγγραφείς;

-Θαυμάζω πολύ αυτούς τους συγγραφείς. Από τους έξι συγγραφείς, αυτός με τον οποίο είχα την πιο στενή σχέση ως το τέλος ήταν ο Γουάλας. Κι αυτή η σχέση υπήρξε ανταγωνιστική. Κι αυτός ο ανταγωνισμός με επηρέασε πολύ, είχε την καλύτερη επίδραση πάνω μου, διότι μπορείς να μάθεις ένα δυο τρικ από τον αντίπαλό σου όμως την ίδια στιγμή προσπαθείς να επιδοθείς σε ένα παιχνίδι πολύ διαφορετικό από εκείνο των αντιπάλων σου. Εάν παίξεις το ίδιο παιχνίδι, θα χάσεις.

-Κατά κάποιον τρόπο οι «Διορθώσεις» μοιάζουν με απάντηση στο “Infinite Jest”.

-Ήταν ευθεία απάντηση στο “Infinite Jest”. Στρώθηκα και άρχισα να γράφω σελίδες του βιβλίου την επομένη που τελείωσα την ανάγνωση του χειρόγραφου του “Infinite Jest”, το οποίο εκείνος είχε αρχίσει να δουλεύει αμέσως μετά τους «Κραδασμούς». Ήταν σαν παίζαμε τένις και να έστελνε ο ένας το μπαλάκι στον άλλον. Και αυτός ο ανταγωνισμός διατηρήθηκε για ακόμη ένα βιβλίο μετά τον θάνατό του. Με έναν απελπισμένο τρόπο, η αυτοκτονία του υπήρξε ένα τεράστιο, τελικό, συντριπτικό σερβίς από τη μεριά του και ήθελα να του επιστρέψω την μπάλα πολύ δυνατά, πράγμα που έκανα με την «Ελευθερία». Και αυτό τώρα έχει τελειώσει. Και είναι καλό που έχει τελειώσει διότι πλέον δεν αισθάνομαι ανταγωνιστικός και οργισμένος όπως παλιά. 

​​Τα μυθιστορήματα «Κραδασμοί» και «Η εικοστή έβδομη πολιτεία» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός, ενώ τα «Ακόμα πιο μακριά», «Ελευθερία» και «Οι διορθώσεις» από τις εκδόσεις Ωκεανίδα.