ΒΙΒΛΙΟ

Υπάρχουν εμπειρίες που κανείς δεν ξεχνάει

yparchoyn-empeiries-poy-kaneis-den-xechnaei-2081828

REG SPURR
Eχοντας και χάνοντας

ΧΡΗΣΤΟΣ ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΣ
Η μάχη της Κρήτης

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗΣ ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ
Ελευθερία και δόξα
εκδ. Μαρτυρίες της Εταιρείας Κρητικών Ιστορικών Μελετών

«Ο μόνος τόπος που θέλαμε όλοι οι στρατιώτες να γυρίσουμε ήταν η Κρήτη. Ξέρω ότι μερικές εμπειρίες στη ζωή τις ξεχνάς με το πέρασμα του χρόνου. Υπάρχουν όμως και κάποιες που έχουν τόσο μεγάλο αντίχτυπο, ώστε κανείς δεν μπορεί να τις ξεχάσει», σημειώνει στον επίλογο του βιβλίου του «Εχοντας και χάνοντας», ο Αγγλος βετεράνος Ρετζ Σπερ, αποτυπώνοντας σε δυο μονάχα αράδες το βαθύ «τραύμα» που άφησε στους απλούς στρατιώτες της Βρετανίας και της Κοινοπολιτείας, η εμπλοκή τους, το 1941,στην υπεράσπιση του νησιού. Μια μάχη που θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη, αν όπως ο ίδιος ο Σπερ γράφει -και οι σύγχρονοι μελετητές δεν διαψεύδουν- τα συμμαχικά στρατεύματα είχαν καλύτερο εξοπλισμό και μερικά μαχητικά αεροσκάφη για εναέρια κάλυψη.

Οι αναμνήσεις του Σπερ αποτελούν μια ενιαία αφήγηση για τη Μάχη της Κρήτης, που η Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών διέσωσε, επιμελήθηκε και εξέδωσε -ως πρώτο τόμο- στην άκρως καλαίσθητη και τεκμηριωμένη σειρά της «Μαρτυρίες». Ακολούθησαν τα απομνημονεύματα του γνωστού αγωνιστή της Εθνικής Αντίστασης Γιώργου Αριστείδη Τζίτζικα -βαθμοφόρου στο αντάρτικο σώμα του Γ. Πετρακογιώργη- και του στρατιώτη Χρήστου Ρουσσόπουλου, κληρωτού από τον Εβρο, που βρέθηκε τον Μάιο του 1941 να υπερασπίζεται την περιοχή γύρω από το αεροδρόμιο του Ηρακλείου, μαζί με πολλούς άλλους Θρακιώτες που μεταφέρθηκαν από το στρατόπεδο νεοσυλλέκτων του Ναυπλίου.

Αν και τα γεγονότα της Μάχης της Κρήτης είναι ήδη γνωστά και έχουν αναλυθεί πολλές φορές από έγκριτους ιστορικούς και οι τρεις πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις, αναπλάθοντας τη στρατιωτική ζωή μέσα από μικρολεπτομέρειες ή κάποια περιστατικά ανεκδοτολογικού χαρακτήρα, κομίζουν πολύτιμες πληροφορίες, και μολονότι δεν αλλάζουν τη «μεγάλη εικόνα», εντούτοις προσφέρουν μια διαφορετική οπτική σε επίπεδο μικροϊστορίας, προβληματίζοντας τον επαρκή αναγνώστη όταν, για παράδειγμα, με αφορμή μια αγγαρεία, αποκαλύπτουν τη διάσταση απόψεων μεταξύ βενιζελικών και βασιλοφρόνων ή μεταξύ Βρετανών και Ελλήνων.

Θα χαρακτήριζα περισσότερο συγκινητική και «ανυστερόβουλη» τη μαρτυρία του οπλίτη Χρήστου Ρουσσόπουλου, για τον απλούστατο λόγο ότι η συμμετοχή του στην άμυνα της Κρήτης, που σημάδεψε και τη μετέπειτα ζωή του, ήταν εντελώς τυχαία. Ο ίδιος δεν είχε καμιά σχέση με το μαρτυρικό νησί και βρέθηκε εκεί από ένα καπρίτσιο της Ιστορίας. Ο Θρακιώτης νεοσύλλεκτος, ουσιαστικά ανεκπαίδευτος, θα φορτωθεί μαζί με άλλους συμπατριώτες του σε ένα εμπορικό πλοίο που θα τους αποβιβάσει στην Κρήτη. Και εκεί, τις επόμενες ημέρες, θα κληθεί να αντιμετωπίσει μία από τις πιο καλογυμνασμένες αερομεταφερόμενες μονάδες του γερμανικού στρατού! Ο απλός αυτός αγρότης, από το Νέο Χειμώνιο του Εβρου, μας δίνει με την απέριττη και συνάμα παραστατική γραφή του το χρονικό της άμυνας του Ηρακλείου, το κλίμα της συνθηκολόγησης και τις μέρες της αιχμαλωσίας του, χωρίς ούτε μια στιγμή να καταφύγει σε μεγαλοϊδεατισμούς, ηρωικές περιγραφές και ηχηρά λογύδρια. Στέκει μάρτυρας του καιρού του, καταγράφοντας με ενάργεια όλα τα δεινά του ανθρώπου που υφίσταται την τραγωδία του πολέμου.

Αντιθέτως τον Κρητικό Γεώργιο Τζίτζικα η 28η Οκτωβρίου τον βρίσκει ήδη ντυμένο στο χακί, να υπηρετεί τη θητεία του στην Ξάνθη. Με την κατάρρευση του μετώπου, έξι μήνες αργότερα, επιδιώκει να γυρίσει πάση θυσία στην Κρήτη και τα καταφέρνει. Η μακρυγιαννικού τύπου εξιστόρησή του καλύπτει αρχικά την άμυνα του Ρεθύμνου, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της επικεντρώνεται στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, όπου διακρίνεται ως πρωτοπαλίκαρο του οπλαρχηγού Πετρακογιώργη και συνοδός της ομάδας του Πάτρικ Λη Φέρμορ στα κρητικά βουνά. Ξεχωριστό ενδιαφέρον πάντως έχουν προς το τέλος της αφήγησής του, οι σελίδες με το παρασκήνιο της παράδοσης των Γερμανών, μα και η κριτική του στους Βρετανούς, που έδωσαν το δικαίωμα στα γερμανικά στρατεύματα κατοχής να οχυρωθούν με όλο τους τον οπλισμό στα Χανιά και να τα κρατήσουν μέχρι την 23η Μαΐου του ’45, δηλαδή επτά ολόκληρους μήνες μετά την Απελευθέρωση!

Τέλος, η μαρτυρία του Βρετανού Ρετζ Σπερ, το χειρόγραφο του οποίου παρέδωσε η πρόξενος του Ηνωμένου Βασιλείου στην Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών, μας χαρίζει την αποστασιοποιημένη, φλεγματική οπτική ενός ξένου, που η γητειά της Μεγαλονήσου τον μεταστρέφει και τον κάνει θερμό συμμέτοχο και αρωγό. Ο έρωτάς του για την όμορφη Μαρία από τον Πλατανιά -την οποία και αρραβωνιάστηκε λίγες ημέρες πριν από την εισβολή των Γερμανών- θα εξελιχθεί συν τω χρόνω σε έναν έρωτα για ολόκληρο το νησί, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που μοναδική επιθυμία στα γεράματά του θα είναι -όπως μας εξομολογείται- να ταφεί πάνω από τον κόλπο της Σούδας, εκεί όπου κείτονται για πάντα οι καλύτεροι συμπολεμιστές του. Είναι κι αυτό ένα διαφορετικό μάθημα Ιστορίας που δεν θα το συναντήσει κανείς στα σχολικά βιβλία.