ΒΙΒΛΙΟ

Η «μυθολογία του θανάτου» κατά τον Γιάννη Βαρβέρη

i-mythologia-toy-thanatoy-kata-ton-gianni-varveri-2084287

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ
Ποιήματα 2001-2013 – Τόμος Β
εκδ. Κέδρος

Τρία χρόνια μετά την αιφνίδια αποδημία του, οι εκδόσεις «Κέδρος» κυκλοφόρησαν, πέρσι τέτοιο καιρό, τον δεύτερο τόμο των απάντων του ποιητή, μεταφραστή και θεατρικού κριτικού Γιάννη Βαρβέρη (1955-2011), στον οποίο συμπεριλήφθηκαν και οι συλλογές που βρέθηκαν στα κατάλοιπά του και εκδόθηκαν με τη φροντίδα των οικείων του. Ετσι έχουμε στα χέρια μας, πλήρες πια, το έργο ενός από τους πιο πρωτότυπους δημιουργούς της «Γενιάς του ’70» και όχι μόνον.

Ο Γιάννης Βαρβέρης καλλιέργησε στο ποιητικό πεδίο έναν ευρηματικό λόγο περί θανάτου (στα όρια της εμμονής), που άρχισε θαρρώ σαν παιχνίδι ή άσκηση ύφους και εξελίχθηκε σε βασικό πυρήνα της τέχνης του, τουλάχιστον κατά την πρώτη της περίοδο (1975-1996).

Από τη συλλογή του «Στα ξένα»  (2001), με την οποία εγκαινιάζεται η δεύτερη ποιητική του περίοδος, ο αυθάδης και θρασύς αφηγητής – persona του ποιητή σύμφωνα με τον Κ. Παπαγεωργίου που προκαλούσε κατά τη νεότητά του με τις πεισιθάνατες σκέψεις και τα μακάβρια λογοπαίγνια, έχει αποδεχθεί πλέον την κοινή μοίρα και προσπαθεί να δει τι μπορεί να περισώσει από το ναυάγιο, «ποια τιμαλφή θα συντηρήσει» γύρω του. Ξένος ανάμεσα στους λωτοφάγους του καιρού του, διαπιστώνει πως η φθορά είναι αμετάκλητη, η ματαίωση των σχεδίων του οριστική. «Περιουσία μας είναι ό,τι έχουμε χάσει» αποφαίνεται λυτρωτικά σχεδόν. Μοτίβο που επανέρχεται και στην επόμενη συλλογή του «Πεταμένα λεφτά» ολοκληρώνοντας έναν κύκλο ενδοσκόπησης και απολογίας, καθώς τις περισσότερες φορές δίνει την αίσθηση ότι αυτοβιογραφείται με παρρησία.

Η ουσιαστική στροφή στο έργο του συντελείται όμως στις τρεις τελευταίες του καταθέσεις, όταν πλέον αισθάνεται την ανάγκη ενός μυθολογικού μανδύα, την ανάγκη «να μιλήσει με παραμύθια και παραβολές» για να ακούγεται γλυκύτερη η φρίκη, κατά πως θα έλεγε και ο Γ. Σεφέρης.

Στη συλλογή «Ο άνθρωπος μόνος» (2009) επιστρατεύει πρόσωπα από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη και «συνομιλεί» με αυτά, προβάλλοντας τη δική του εκδοχή για την πίστη, τη μετάνοια, την προδοσία. Δεν γίνεται όμως ασεβής, δεν λοιδορεί τη θρησκεία, μεταχειρίζεται περισσότερο την Καβαφική ειρωνεία, τον σαρκασμό, και εξανθρωπίζοντας τον Θεό μας επιστρέφει ακέραιη τη συγκίνηση του μαρτυρίου του. Οπως στο κορυφαίο ποίημά του «Εσπερινός της αγάπης»:

«Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει./ Σταθμός Πελοποννήσου/κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι/ μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα./ Είμαστε γέροι πια κι οι δυο/ κι εγώ που γράφω ποιήματα πιο γέρος/.

Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;/ Μέσα σε μια εβδομάδα δεν απόμεινε κανείς/. Ηταν Μεγάλη βέβαια/ γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις/ θέλουν πολύ για να υποκύψουν/ οι κοινοί θνητοί;/ Ετσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα/ θα ’πρεπε κάπως να ’χαμε κι εμείς χωρέσει./ Ομως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα/ Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε/ σ’ ένα παγκάκι/ αθάνατοι/ καθώς νυχτώνει;»

Στην τελευταία του συλλογή, «Ζώα στα σύννεφα», που κυκλοφόρησε δυο χρόνια μετά τον θάνατό του, οι μύθοι της Βίβλου αντεστραμμένοι, συνδυάζονται με τις αλληγορίες της Ελληνικής μυθολογίας, δημιουργώντας με παιγνιώδη διάθεση, ένα πρωτότυπο ζωοφιλικό βιβλίο «για μεγάλα παιδιά», όπου ο αγώνας επιβίωσης και η προσαρμοστικότητα των ζώων δίνουν το καλό (ή το κακό) παράδειγμα στους ανθρώπους.

Συχνά ο ποιητής μεταφέρει προσόντα της πανίδας, ατέλειες ή και της φύσεως λάθη, σε πρόσωπα που συναναστρέφεται και ανταποδίδει στα ίσα προβάλλοντας ελαττώματα, αμαρτήματα και μηδενιστικές συμπεριφορές μας σε κάποιο ζώο.

Κράτησα επίτηδες για το τέλος, την αναφορά μου στη συλλογή «Βαθέος γήρατος» (2011). Ενας σπαρακτικός διάλογος του ποιητή με τη μητέρα του, που γράφτηκε το 2009, πριν την αποχαιρετήσει οριστικά, αλλά η τύχη τα έφερε έτσι ώστε να εκδοθεί αφού ήταν πια και οι δυο απόντες. Διάλογος που εκτυλίσσεται σε δυο διαφορετικές πόλεις: Αθήνα (γενέθλια πόλη) και Λουτράκι (παραθεριστικός τόπος της οικογένειας, κατ’ άλλους, τόπος «τυχερός» λόγω καζίνο) και με το κακό προαίσθημα ότι συνομιλούν για τελευταία φορά, καθώς ο ένας καθρεφτίζεται μέσα στον άλλον. Ο ποιητής περιγράφει το σώμα της μητέρας του μα δεν ξέρουμε αν τελικά μιλά για το δικό του: «Πλέεις πια/ μες στα παλιά φαρδιά σου ρούχα/ ενώ ο Χρόνος/ σου σφίγγει/ τη ζώνη» ή «στο μπάνιο/ κι οπουδήποτε πρέπει να ξεντυθείς/ με κωμική εμμονή/ κρύβεις ό,τι έχει μείνει/ από το τότε σώμα σου».

Στην ενότητα με τον τίτλο «Λουτράκι» η συνομιλία τους αποκτά κάτι από τους νεκρικούς διαλόγους του Λουκιανού. Δίπλα στο υγρό στοιχείο -ένας υπαινιγμός της Αχερουσίας λίμνης- ο ποιητής σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται με μια διορατικότητα που σοκάρει: «Πρέπει να ’ρθείς/ με τη γυναίκα σου, με το παιδί σου/ συμβουλεύεις./ Ομως αυτή/ είναι εκδρομή/ με όσους λίγο πολύ/ έχουν πεθάνει». Μια ύστερη ματιά στον κόσμο μας, πατώντας με το ένα πόδι στην άλλη όχθη.