ΒΙΒΛΙΟ

Πρωτότυπο και συναρπαστικό

prototypo-kai-synarpastiko-2086355

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΚΟΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ
Σενάριο αθανασίας
εκδ. Μεταίχμιο

Τ​​ο γήρας είναι σφαγείο, έχει πει ο Φίλιπ Ροθ. Τσακίζει το σώμα, διαλύει το μυαλό. Υποδουλώνει το άτομο στη δυσφορία της σάρκας. Αλλά ενδέχεται και να απελευθερώνει. Οταν η αιωνιότητα με την οποία μας προικίζει η νιότη συρρικνώνεται στον ελάχιστο –και γοργοδιάβατο– χρόνο που απομένει ώς το φυσικό μας τέλος, όταν ο γηράσκων «κάνει ταμείο» και λογαριάζει τα συν και τα πλην του βίου του, η ανάγκη να αναζητηθεί το αδιάκοπα διολισθαίνον νόημα των πράξεων που τον όρισαν, γίνεται επιταγή. Τα τελεσθέντα βουλιάζουν στην απαξίωση· τα ανεκτέλεστα διεκδικούν λυσσαλέα την πραγμάτωσή τους. Οι δαίμονες που τον εποικούν, καταπιεσμένοι ώς τώρα, βουβαμένοι, εξουδετερωμένοι από την προσήλωσή του στα ψεύδη και τις μεταμφιέσεις μιας «ορθής» βιοτής, διεκδικούν τη φωνή τους.

Ο ήρωας του βιβλίου είναι επιτυχημένος συγγραφέας και συνταξιούχος δικηγόρος, οικογενειάρχης με κουρασμένο «μονογαμικό» γάμο, στον μυχό του γήρατος. Αποθαρρυμένος από την τέχνη του, αφού έχει χάσει πια «την ικανότητα της αυταπάτης», ταλανισμένος από τα υπαρξιακά αδιέξοδα και τις βίαιες υπομνήσεις της παραμελημένης σάρκας, κουβαλώντας ανεπούλωτες παιδικές πληγές και το συγκεχυμένο και συγχυτικό δράμα της πρώτης του εκστατικής επαφής με το γυναικείο μυστήριο, θα αναχθεί στις απαρχές του με όχημα τη μνήμη και τη φαντασία, θα κονταροχτυπηθεί με τη δηλητηριώδη αμφιβολία που τον στοιχειώνει σε κάθε καμπή του βίου του (οι στίχοι από την πρώτη στάση του Ακάθιστου Υμνου «Ζάλην ένδοθεν έχων, λογισμών αμφιβόλων» επανέρχονται επίμονα στη ροή της αφήγησης) θα ανατάμει απελπισμένα σώμα και μυαλό, θα ζητήσει την εξιλέωση στα πατρογονικά χώματα, έτοιμος «να εισαχθεί σε δίκη», χωρίς ωστόσο «να έχει ακόμη σκεφτεί την απολογία». Αν έχει εξανεμίσει, άβρωτη, την ψίχα της ζωής του, είναι γιατί ποτέ δεν κατάφερε να ξεδιαλύνει ποιος είναι στ’ αλήθεια – ή μάλλον το γιατί και το πώς απαλείφθηκαν από τη φύση του τα ζωικά χαρακτηριστικά που θα τον καθιστούσαν πλήρη, «αφού ο άνθρωπος δυστυχεί επειδή δεν έχει μέσα του τη σωστή αναλογία από άνθρωπο και ζώο». Κι αν αναζητεί, μέσα στην έξαρση του ταραγμένου ψυχισμού του, «τα άδηλα και τα κρύφια» του εαυτού του και των άλλων, αν εγκαταλείπει τη συγγραφή στα μισά μιας φράσης αυτοβιογραφικού βάρους και ξεφορτώνεται όλο του το έργο, ψηφιοποιημένο και αποθηκευμένο σ’ ένα στικάκι, στο σπηλαιώδες κέντρο ενός γυναικείου σώματος, είναι γιατί ούτε στιγμή δεν ένιωσε ακέραιος, ούτε στιγμή δεν ησύχασε μέσα στη βεβαιότητα.

Χειμαρρώδες και εξομολογητικό, τολμηρό στην εικονοποιία του, εκρηκτικά ποιητικό και βαθιά στοχαστικό, το μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη είναι δομημένο σαν κινηματογραφική ταινία, ή μάλλον σαν καταιγιστική εναλλαγή κινηματογραφικών ενσταντανέ, που κορυφώνονται στην οργιαστική τελετουργία και το θυσιαστικό παρανάλωμα του τέλους. Ο ήρωάς του, εξάλλου, ομολογεί: «Εχασα τον χρόνο μου στη λογοτεχνία, ενώ ήμουν πλασμένος για εικαστικές τέχνες, για την τέχνη της εικόνας γενικότερα» – και με τον οίστρο του «οπτικού καλλιτέχνη» κατασκευάζει, με υλικό τις πιο κοινές και αντιποιητικές εικόνες, υποβλητικούς νοερούς πίνακες, αποβλέποντας, ταυτόχρονα, στην κινηματογράφηση της ίδιας του της ζωής. Ζούμε στην εποχή των αναπαραστάσεων, του κορεσμού του βλέμματος από την εικόνα, του πολλαπλασιασμού των «οπτικών σκουπιδιών», της ακαταμέτρητης «ηλεκτρονικής ρύπανσης», που στομώνουν τις αισθήσεις και νεκρώνουν την επιθυμία. Μόνο που ο ήρωας, άνθρωπος που ανδρώθηκε σε παλιότερη εποχή, θα χρησιμοποιήσει αυτήν την εικονιστική πληθώρα για να εξερευνήσει ό,τι τον κατατρύχει. Κυρίως την ιδέα της γυναίκας, που μεταλλάσσεται στο βιβλίο συνεχώς, παίρνοντας διαφορετικές μορφές (Σεβαστιανή, Μαρίνα, Ρίνα), αλλά παραμένοντας πάντοτε η μία, η αμετάλλακτη, εκείνη που «τον έχει φάει».

Μετεωριζόμενος ανάμεσα σε δίπολα –ασεμνολογία και θεοπνευστία, τεχνολογία και μυθολογία, ρεαλισμός και υπερφυσικό, προφορικότητα και λογιοσύνη– συχνά πατώντας στα εδάφη του υπερρεαλισμού, ερανιζόμενος από την παράδοση της τερατείας, του λόγου δηλαδή περί των παρά φύσιν φαινομένων, ο Γκουρογιάννης μας δίνει ένα εξαιρετικά πρωτότυπο, συναρπαστικό μυθιστόρημα.