ΒΙΒΛΙΟ

Εθισμένοι στις ιστορίες

ethismenoi-stis-istories-2086394

Υπάρχει μια θεωρία την οποία έχουν προωθήσει ειδήμονες της στατιστικής: αν με κάποιο μαγικό τρόπο κλειδώσεις μέσα σε ένα δωμάτιο μερικούς υπεραιωνόβιους πιθήκους μαζί με μια γραφομηχανή, κάποια στιγμή, έπειτα όμως από πολύ πολύ (πολύ όμως!) καιρό, θα κατορθώσουν να γράψουν μια πιστή εκδοχή του πρωτότυπου «Αμλετ», από τον κλασικό, πασίγνωστο μονόλογο του μελαγχολικού πρίγκιπα με το κρανίο του Γιόρικ στα χέρια του έως το τελευταίο κόμμα του έργου.

Το 2003, ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Πλίμουθ της Αγγλίας αποφάσισαν να δοκιμάσουν το πείραμα στην πράξη, κλειδώνοντας έξι πιθήκους σε ένα δωμάτιο μαζί με έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Πέρασε μία εβδομάδα κατά τη διάρκεια της οποίας οι πίθηκοι επέδειξαν μια χαρακτηριστική οκνηρία, δίχως να έχουν τραβήξει ούτε γραμμή, κακοποιώντας όμως όπως μπορούσαν το μηχάνημα. Κάποτε, επιτέλους, ασχολήθηκαν με το πληκτρολόγιο πιο δημιουργικά. Στο έξοχο «The Storytelling Animal. How stories make us human», ο Τζόναθαν Γκότσαλ (Jonathan Gottschall) παραθέτει ένα σύντομο μα ενδεικτικό απόσπασμα του συλλογικού πονήματος των αγαπητών ξαδέλφων του ανθρώπου, έτσι όπως το ανέβασαν οι υπεύθυνοι του πειράματος στο Διαδίκτυο:

«Sssssssssssssssssssssssssssssssssaaaaaaaaaa/ Aaaaaaaaaaaaaaaaaaaaaasssssssssssssfsssssssssfhgggggggsss/ Assfsssssgggggggaaavmlvvssajjjlssssssssssssssssssa».

Οπως εύστοχα σημειώνει ο Γκότσαλ, αυτό που ξεχωρίζει είναι η ιδιαίτερη αδυναμία των πιθήκων στο αγγλικό γράμμα s, αφού αυτό φαίνεται να υπερισχύει συγκριτικά με τα υπόλοιπα γράμματα και, πάντως, το όνειρο των στατιστικών κάποτε μια ομάδα πιθήκων να γράψει τον «Αμλετ» παρέμεινε όνειρο ανεκπλήρωτο.

«Το πιο ενδιαφέρον είναι το κομμάτι που έπεται», λέει ο κύριος Γκρι (ο οποίος μου δάνεισε το βιβλίο, έμπλεος ενθουσιασμού), και έχει δίκιο. Κατά βάθος, οι στατιστικοί δεν έπεσαν έξω. Αιώνες αναμονής και εξέλιξης χρειάστηκαν για να μπορέσει ένας απόγονος του πιθήκου να γράψει όντως τον «Αμλετ». «Εκτός απ’ το ότι δέκα χιλιάδες χρόνια πριν», παρεμβαίνει ο κύριος Γκρι, «και όπως γράφει ο Γκότσαλ, γύρω από φωτιές και μέσα σε σπηλιές, ακόμα και με άναρθρες κραυγές, λέγαμε ιστορίες ο ένας στον άλλο, λυπητερές και αστείες, επινοημένες και πραγματικές, για έρωτες και για πολέμους, για αστέρια και φαντάσματα. Ο Γκότσαλ το λέει καλά: “Είμαστε ένα είδος εθισμένο στις ιστορίες. Ακόμα κι όταν το κορμί πάει για ύπνο, το μυαλό μένει ξύπνιο όλη τη νύχτα και λέει στον εαυτό του ιστορίες”. Υπάρχει τίποτα που να σε κάνει περισσότερο αισιόδοξο για το ανοικονόμητο ανθρώπινο είδος; Το ότι, ακόμα και πεθαίνοντας, γινόμαστε ιστορίες στις μνήμες και στα χείλη, ενίοτε και στη λευκή σελίδα, φίλων και ανθρώπων αγαπημένων. Σκέφτομαι όσους έχω χάσει –τι ιστορίες μού άφησαν και πώς ξαναζούνε μέσα από αυτές, σε άπειρες παραλλαγές, ακόμα και μέσα από μουσικές– άλλο λοξό είδος αφήγησης και αυτό, διότι πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι όποτε ακούω τη διασκευή του “Stardust” από τον Γκλεν Μίλερ, νομίζω ότι ξεδιπλώνεται ακόμα μία φορά μπροστά μου η νεανική ζωή του πατέρα μου;».