ΒΙΒΛΙΟ

Η απόλυτη γεύση της μοναξιάς…

i-apolyti-geysi-tis-monaxias-amp-8230-2086410

Ενώ στην εποχή της, αλλά και για δεκαετίες μετά, η ταινία «Ο κολυμβητής», που γύρισε ο σκηνοθέτης Φρανκ Πέρι το 1968 με μπούσουλα ακριβείας το ομώνυμο διήγημα του Αμερικανού συγγραφέα Τζον Τσίβερ, συνάντησε την αδιαφορία του κοινού, εξελίχθηκε τον αιώνα που διανύουμε πρώτα σε ιδιάζουσα καλτ περίπτωση και όσο περνούν τα χρόνια, σε αγαπημένο φιλμ όσων τυχαίνει να το γνωρίσουν.

Είναι συγκλονιστικό πράγματι να παρακολουθεί κανείς για πρώτη φορά την οδύσσεια του μεσήλικα πρωταγωνιστή Νεντ Μέριλ, όπως τον υποδύεται μοναδικά ο Μπαρτ Λάνκαστερ, που κολυμπά γεμάτος ψευδαισθήσεις από πισίνα σε πισίνα ενός μεγαλοαστικού προαστίου στο Κονέκτικατ για να φτάσει σπίτι του, όπου δεν τον περιμένει πια κανένας.

Το αξέχαστο συνταρακτικό φινάλε θα μπορούσε να συμβεί όχι μόνο στον Νεντ Μέριλ και σε πολλούς άλλους κεντρικούς χαρακτήρες του Τσίβερ, στοιχειωμένους μόνιμα από έναν όλο μελαγχολία πίνακα του Εντουαρντ Χόπερ, αλλά και τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του Mad Men, τον Ντον Ντρέιπερ.

«Δεν έκανε φάρσες, ούτε ήταν ανόητος, ήταν όμως αποφασιστικά αυθεντικός, έχοντας μια αφηρημένη και σεμνή ιδέα θρυλικής φιγούρας για τον εαυτό του» – έτσι σκιαγραφεί ο συγγραφέας του «Κολυμβητή» τον Νεντ Μέριλ, και θα μπορούσε να αναφέρεται στον ήρωα της τηλεοπτικής σειράς που δημιούργησε ο Μάθιου Γουάινερ, φανατικός οπαδός του αφηγηματικού σύμπαντος του Τζον Τσίβερ, όπως δήλωσε στην εκτενή συνέντευξη που παραχώρησε πέρσι στο φημισμένο λογοτεχνικό έντυπο The Paris Review.

Μάλιστα, πριν από την έναρξη των γυρισμάτων κάθε καινούργιου κύκλου, ο Γουάινερ φρόντιζε ως πηγή έμπνευσης να ξαναδιαβάζει την εισαγωγή του Τσίβερ στη συλλογή των διηγημάτων του, όπου γράφει:

«Μπορεί να δει κανείς έναν συγγραφέα όταν αδέξια μαθαίνει να περπατά, να δένει τη γραβάτα του, να κάνει έρωτα, να τρώει μπιζέλια με το πιρούνι του. Παρουσιάζεται πολύ μόνος και αποφασισμένος να καθοδηγήσει τον εαυτό του».

«Με τον Τσίβερ», λέει ο Γουάινερ στην παραπάνω συνέντευξη, «αναγνώρισα ξαφνικά τον εαυτό μου στη φωνή ενός αφηγητή.

Η αφήγησή του έχει μια φωνή γεμάτη ειρωνεία και κωμωδία και πόνο που πάντα προσπαθώ να μιμηθώ σε κάποιο επίπεδο. Η φωνή του ακούγεται σαν τη φωνή στο κεφάλι μου – ή όπως θα επιθυμούσα ιδανικά να ακούγεται… Ο Τσίβερ κρατά την προσοχή μου περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συγγραφέα. Βρίσκεται σε κάθε διάσταση του Mad Men, ξεκινώντας από το γεγονός ότι ο Ντον Ντρέιπερ μένει στο Οσινινγκ [κωμόπολη / «προάστιο» στην κομητεία Γουέστσεστερ της Νέας Υόρκης]». Για την ακρίβεια, η οικογένεια του Ντον Ντρέιπερ εμφανίζεται στους πρώτους κύκλους της σειράς να κατοικεί, όπως και ο συγγραφέας, στην oδό Μπούλετ Παρκ, τίτλος της τρίτης νουβέλας του «Οβιδίου του Οσινινγκ», όπως είχε αποκαλέσει το περιοδικό Time τον Τσίβερ, που κυκλοφόρησε το 1969.

«Τα προάστια!»

Ο Τσίβερ έμεινε στο Οσινινγκ ώς το τέλος της ζωής του, το 1982, αν και είχε πλήρη συνείδηση φυσικά της εικόνας σιωπηλού λυκόφωτος και κρυμμένων πόθων που αντιπροσώπευαν τα προάστια, εικόνα στην οποία είχαν συμβάλει σημαντικά τα κείμενά του. «Θεέ μου, τα προάστια!» έγραφε στο τεύχος Ιουλίου 1969 του περιοδικού Esquire.

«Περικύκλωσαν σαν εχθρικό έδαφος τα όρια της πόλης, και τα αντιμετωπίσαμε σαν απώλεια ιδιωτικού χώρου, σαν ένα βάλτο κομφορμισμού, σαν μια ζωή απερίγραπτης μονοτονίας σε κάποιο μέρος που το όνομά του εμφανίστηκε στους Τάιμς της Νέας Υόρκης μόνο όταν κάποια βαρεμένη νοικοκυρά που έμενε εκεί, πήρε μια καραμπίνα και τίναξε τα μυαλά της στον αέρα».

Ο ίδιος προσπάθησε να αποδράσει μαζί με την οικογένειά του προς το κέντρο της μεγαλούπολης, αλλά επέστρεψε εκεί όπου αισθανόταν πιο ασφαλής, ακόμα και υπό το βάρος της κινούμενης άμμου ενός κομφορμισμού που λογικά θα έπρεπε να απειλεί κάποιον με τις δικές του έντονες ανασφάλειες και ειδικά την ανεκδήλωτη για πολλά χρόνια, αλλά όχι ανεκπλήρωτη, αμφισεξουαλική του προδιάθεση.

«Παρότι αγαπούσε τους άντρες», γράφει η Σούζαν Τσίβερ στη βιογραφία του πατέρα της με τον καίριο τίτλο «Home Before Dark» (Σπίτι πριν σκοτεινιάσει), «φοβόταν και περιφρονούσε αυτό που ο ίδιος όριζε ως ομοφυλοφιλική κοινότητα, τους άντρες που “λύγιζαν τον καρπό” και έμοιαζαν στερεοτυπικά να είναι οι αυτόκλητοι εκπρόσωποι του ομοφυλοφιλικού έρωτα στην κουλτούρα μας. Αντρες που πουλούσαν αντίκες και έκλειναν συμφωνίες πάνω από πορσελάνινες τσαγιέρες».

Παρά το γεγονός όμως ότι στο αναγνωστικό κοινό είναι πρωτίστως γνωστός για τα διηγήματά του, και τη νουβέλα του «Φαλκονέρ», πιστεύω ότι η «ιδανική» φωνή του συγγραφέα, όπως τη θέλει ο Γουάινερ, ακούγεται στα ημερολόγιά του, ή μάλλον τα (29) σημειωματάρια που εκδόθηκαν δέκα χρόνια μετά τον θάνατό του με τον τίτλο «The Journals of John Cheever». Εκεί όπου για σαράντα χρόνια καταγράφεται ο καθημερινός εξορκισμός των προσωπικών του δαιμόνων.

Οταν γράφει το παρακάτω σημείωμα, απευθύνεται στον εαυτό του, αλλά θα μπορούσε να απευθύνεται στον Νεντ Μέριλ ή στον Ντον Ντρέιπερ: «Πίνεις πολύ στα κοκτέιλ πάρτι, μιλάς πολύ, φλερτάρεις τη γυναίκα κάποιου και καταλήγεις να κάνεις κάτι ανόητο και χυδαίο και το πρωί εύχεσαι να ήσουν νεκρός».

Ο ελεγειακός τόνος είναι φανερός από το πρώτο απόσπασμα του βιβλίου, γραμμένο στα τέλη της δεκαετίας του ’40: «Υπάρχει μυστήριο στη μέση ηλικία, υπάρχει παραζάλη. Αν μπορώ να διακρίνω κάτι σ’ αυτή την ώρα είναι ένα είδος μοναξιάς. Ακόμα κι η ομορφιά του ορατού κόσμου μοιάζει να θρυμματίζεται, ναι ακόμα κι η αγάπη. Νιώθω σαν να συνέβη κάποια αποβολή, κάποια λάθος στροφή, αλλά δεν ξέρω πότε συνέβη και δεν έχω καμιά ελπίδα να την ανακαλύψω».

Η μοιρολατρική διάθεση υποχωρεί με τα χρόνια και την αναγνώριση και δίνει τη θέση της, πολλές σελίδες μετά, στις αρχές της δεκαετίας του ’60, σε μια κλονισμένη αλλά αποφασιστική διακήρυξη συγγραφικών αρχών: «Να μην παραποιώ τίποτα, να μην αποκρύπτω τίποτα, να γράφω για τα πράγματα εκείνα που είναι πιο κοντά στον πόνο μας, στην ευτυχία μας. Να γράφω για τη σεξουαλική μου αμηχανία, τα μαρτύρια του Ταντάλου, τα βάθη της αποθάρρυνσής μου -την βλέπω αμυδρά στα όνειρά μου- την απελπισία μου. Να γράφω για τις ανόητες αγωνίες και τα άγχη, και το φρεσκάρισμα του θάρρους όταν αυτά τελειώνουν. Να γράφω για την επίπονη αναζήτηση του εαυτού μας, που τίθεται σε κίνδυνο από έναν άγνωστο στο ταχυδρομείο, ή από ένα πρόσωπο που μισοφαίνεται πίσω από ένα θολό παράθυρο. Να γράφω για τις ηπείρους και τους πληθυσμούς των ονείρων μας, για τον έρωτα και τον θάνατο, το καλό και το κακό, το τέλος του κόσμου».

«Μπορώ να τη γευτώ τη μοναξιά». Ετσι ξεκινά ένα από τα τελευταία «εδάφια» του βιβλίου, γραμμένο λίγο πριν από τον θάνατό του. «Η καρέκλα που κάθομαι, το δωμάτιο, το σπίτι, τίποτα απ’ αυτά δεν έχει ουσία.

Σκέφτομαι τον Χέμινγουεϊ, αυτό που θυμόμαστε από το έργο του δεν είναι τόσο το χρώμα του ουρανού, όσο η απόλυτη γεύση της μοναξιάς. Η μοναξιά δεν είναι, νομίζω, κάτι απόλυτο, η γεύση της όμως είναι πιο δυνατή από οποιαδήποτε άλλη. Νομίζω ότι η προσπάθεια που κάνει κάποιος να γίνει σοβαρός συγγραφέας είναι μια πολύ επικίνδυνη καριέρα».

Επικίνδυνη ή όχι, οι απόηχοι της συγγραφικής καριέρας του Τσίβερ μοιάζουν να αντηχούν από παντού. Οπως σημείωσε πρόσφατα και ο σπουδαίος αρθρογράφος Τζέιμς Γουόλκοτ στο περιοδικό Vanity Fair, «η επίδραση της φαντασίας και της ευαισθησίας του κολυμπά όλο και πιο βαθιά στο αίμα της κουλτούρας μας, με τη μοναδική του φόρμουλα, που συνδυάζει μαγικό ελιξίριο και ταριχευτικό υγρό να έχει μπολιάσει τα πάντα από το Συνηθισμένοι Ανθρωποι ώς την Παγοθύελλα κι από το American Beauty ώς το Revolutionary Road (ταινία βασισμένη στο βιβλίο του πιο κοντινού συγγραφέα στο ύφος και τη θεματολογία του Τσίβερ, Ρίτσαρντ Γέιτς), και φυσικά στο τηλεοπτικό Mad Men. Σχεδόν κάθε στυλιζαρισμένη ρετρό εξέταση της σάπιας οδοντοστοιχίας του Αμερικανικού Ονείρου οφείλει στον Τσίβερ πνευματικά δικαιώματα».

​​Στα ελληνικά κυκλοφορούν δύο βιβλία του Τζον Τσίβερ από τις εκδόσεις Καστανιώτη: το μυθιστόρημα «Φάλκονερ» (μτφρ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου) και η συλλογή διηγημάτων «Ο κολυμβητής και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Κώστας Καλογρούλης).