ΒΙΒΛΙΟ

Είναι το θέατρο πληκτικό στην ανάγνωση;

einai-to-theatro-pliktiko-stin-anagnosi-2090109

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΔΟΥΒΙΤΣΑΣ*

Κάθε άλλο. Ξεκίνησα να εκδίδω θέατρο το 2003, λίγους μήνες αφότου ανέλαβα τη «Νεφέλη». Είχαμε ήδη μια μικρή σειρά θεάτρου με ενδιαφέροντα και καλά κείμενα, αλλά χωρίς ιδιαίτερη ταυτότητα. Δεν ήταν αναγνωρίσιμη. Μια μέρα μου τηλεφώνησε ο Γιάννης Χουβαρδάς και μου είπε κάτι σαν «θα θέλατε να συνεργαστούμε (με το θέατρο Αμόρε) για την έκδοση των κειμένων από τις παραστάσεις του θεάτρου μας σε βιβλία; Οχι προγράμματα, κανονικά βιβλία…». Δεν δυσκολεύτηκα καθόλου να πω ναι – ήμουν πολύ κοντά στο θέατρο τότε (κυρίως στο σύγχρονο μουσικό θέατρο). Ονόμασα τη σειρά «Παράσταση» και είπα πως εδώ θα εκδίδονται έργα που ανεβαίνουν στη σκηνή, ταυτόχρονα με τις παραστάσεις, και θα πωλούνται τόσο στο θέατρο όσο και στα βιβλιοπωλεία. Η σκηνογράφος A. Niederstadt μας έδωσε έναν πολύ χαρακτηριστικό σχεδιασμό, επιλέγοντας απλή τυπογραφία, διχρωμία μαύρο-κόκκινο κι ένα χαρακτηριστικό γκρίζο χαρτί. Η συνεργασία με το Αμόρε ήταν από την αρχή μέχρι και το τέλος της άψογη (αργότερα, συνεχίστηκε η συνεργασία αυτή και στο Εθνικό) και η σειρά «Παράσταση» έγινε μία από τις πιο «ζωντανές» και χαρακτηριστικές της τελευταίας δεκαετίας (τώρα πια συναντώ ανθρώπους που έχουν μεγαλώσει με τα βιβλία αυτά, πάνε ήδη 12 χρόνια).

Η «Παράσταση» παραμένει από τις πιο δραστήριες της «Νεφέλης» – όχι γιατί «πουλάει» (δεν περισσεύουν χρήματα στο θέατρο), αλλά γιατί θεωρώ προσωπικά την ανάγνωση θεατρικών κειμένων απολαυστική. Τα περισσότερα βιβλία της σειράς τα στοιχειοθετώ ο ίδιος, για να έχω τον χρόνο να τα διαβάσω. Μου αρέσει επίσης ότι φτιάχνεται μια σημαντική θεατρική βιβλιοθήκη με αφορμή την επικαιρότητα των κειμένων – μου αρέσει προφανώς και η δουλειά με τους ανθρώπους του θεάτρου.

Μπορώ πια να πω με αρκετή σιγουριά ότι την απόλαυση αυτή τη συμμερίζεται και ένα αρκετά ευρύ (ηλικιακά) και πιστό κοινό. Υπάρχουν αρκετοί που αγοράζουν τα νέα βιβλία της σειράς για να την έχουν πλήρη στη βιβλιοθήκη τους. Υπάρχουν όμως και διαρκώς νέοι αναγνώστες που έρχονται κοντά στα βιβλία μας μέσω των παραστάσεων. Είναι μια ωραία, δυναμική και υγιής σχέση δημιουργών, επικαιρότητας και αναγνωστών/κοινού. Εδώ ο κύκλος λειτουργεί σωστά, κάτι που δεν μπορώ να πω για τα άλλα είδη της ανάγνωσης εν μέσω κρίσης… Σε αυτή τη λογική λοιπόν θα ήθελα να κινηθεί και το ευρύτερο «περιβάλλον της ανάγνωσης».

ΜΑΡΙΑ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗ**

Συχνά ακούμε, από ανθρώπους που διαβάζουν γενικά, να λένε θέατρο είναι αδύνατο να διαβάσω. Γιατί άραγε; Απευθύνεται σε ειδικούς; Ή μήπως η κύρια αιτία είναι πως δεν ανήκει αποκλειστικά στην επικράτεια της γραφής; Το θέατρο γράφεται για να παρασταθεί, να παιχτεί, απευθύνεται στην ακοή και την όραση, χωρίς τη σκηνική ενσάρκωσή του, μοιάζει κολοβό. Λέμε: γράφουμε ποίηση, πρόζα, δοκίμιο. Ενώ γράφω θέατρο, είναι παραπλανητικό. Γιατί δεν γράφουμε θέατρο, γράφουμε για το θέατρο. Οταν γράφω ή όταν μεταφράζω ένα θεατρικό κείμενο η οθόνη του υπολογιστή μεταβάλλεται σε σκηνή. Αθελά μου νιώθω λες ο πρώτος θεατής αλλά και ο πρώτος ερμηνευτής του έργου. Οι λέξεις αποκτούν χώρο. Δεν γράφονται λόγια για να ειπωθούν, αλλά για να ακουστούν. Μπορούμε όμως άραγε να καταλάβουμε ένα έργο, διαβάζοντάς το χωρίς να το δούμε να παίζεται; Ή με την ανάγνωση ακυρώνεται ο διττός χαρακτήρας του θεάτρου; Οχι θα έλεγα, απλώς αυτή η διττότητα υπαγορεύει έναν ιδιαίτερο τρόπο διαβάσματος, με την προϋπόθεση όμως πως ο αναγνώστης του θεατρικού έργου είναι εξοικειωμένος με τη θεατρική πράξη, πηγαίνει δηλαδή στο θέατρο. Πρέπει να αφεθείς, να τολμήσεις να φανταστείς τον εαυτό σου σκηνοθέτη, σκηνογράφο, ηθοποιό και… θεατή, να ξεχάσεις τον συγγραφέα εκτός κι αν πιστέψεις πως μένει στη διπλανή πόρτα. Και να διαβάσεις φωναχτά το κείμενο. Το αυτί είναι βαρόμετρο. Αν το δοκιμάσεις μερικές φορές, μετά δεν θα μπορείς να διαβάσεις διαφορετικά. Αλλωστε, προτού υλοποιηθεί μια παράσταση, δεν προηγείται πάντοτε η ανάγνωση από τους «προνομιούχους» αναγνώστες, τον σκηνοθέτη, τους ηθοποιούς, τους άλλους συντελεστές; Η ανάγνωση αφήνει το κείμενο ανοιχτό, παίζει κρυφτό με τον αναγνώστη, ενώ συνήθως μια παράσταση το «ορίζει». Στην ανάγνωση μπορούμε να ανακαλύψουμε πράγματα που μας είχαν διαφύγει στην παράσταση.

Κι ύστερα, σε πόσες παραστάσεις μπορεί να πάει πια κανείς; Ενώ μέσα από τα βιβλία, ακόμα και από το Ιντερνετ μπορεί να αλιεύσει θησαυρούς. Παλιά έργα που πια δεν παίζονται, άλλα που από τη φύση τους δεν μπορούν να παιχτούν και τόσα άλλα που για λόγους οικονομικού ρίσκου ή πολιτικής συγκυρίας δεν γίνεται να ανέβουν. Και μήπως είναι πια καιρός να δημιουργηθούν και σε εμάς λέσχες ανάγνωσης, συστηματικές δημόσιες θεατρικές αναγνώσεις, καθώς επίσης και ραδιοφωνικές αναγνώσεις, κατά τα ξένα πρότυπα όπως π.χ. της France Culture, που έχουν τεράστια ακροαματικότητα;

* Ο κ. Περικλής Δουβίτσας διευθύνει τις εκδόσεις Νεφέλη.
** Η κ. Μαρία Ευσταθιάδη είναι συγγραφέας, μεταφράστρια. Το έργο της «Textilen» θα παιχτεί στο Φεστιβάλ Αθηνών, 5-6 Ιουλίου.