ΒΙΒΛΙΟ

Πρόβα θανάτου σαν όνειρο δίχως τέλος

prova-thanatoy-san-oneiro-dichos-telos-2091340

ΓΚΑΪΤΟ ΓΚΑΖΝΤΑΝΟΦ
Το φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ
μτφρ.: Ελένη Μπακοπούλου
επίμετρο: Χρήστος Αστερίου
εκδ. Αντίποδες

Σε αυτό εδώ το ατμοσφαιρικό και βαθιά φιλοσοφικό μυθιστόρημα του μέχρι πρότινος αγνώστου ακόμα και ανάμεσα στους ζηλωτές ερευνητές της ρωσικής λογοτεχνίας Γκαϊτό Γκαζντάνοφ (1903-1971), τα δύο καθοριστικά συμβάντα στην αρχή και στο τέλος του βιβλίου που τσιμεντώνουν τον ευφάνταστο μύθο, διαδραματίζονται στο μεταίχμιο ύπνου και ξύπνιου, στο κατώφλι της χαύνωσης που διαβαίνει ο ανώνυμος αφηγητής της ιστορίας. Χαύνωση των αισθήσεων κάτω από τον ανελέητο ήλιο της ρωσικής στέπας στην εκκίνηση· υπνηλία, ζαλάδα και σωματική κόπωση στο όριο της κατάρρευσης έπειτα από πολύωρη δημοσιογραφική εργασία στο φινάλε. Και στη μέση, ο ήρωας που γλιτώνει παρά τρίχα τον θάνατο πιστεύοντας ότι έχει στερήσει τη ζωή από κάποιον άλλον και που συνεχίζει τη ζωή του βιώνοντας πλέον την ύπαρξη ως ένα ατέρμονο όνειρο, μια παραμόνιμη πρόβα θανάτου.

Ο ανώνυμος αφηγητής του Γκαζντάνοφ παραδέχεται ότι ο φόνος που πίστευε πως είχε διαπράξει ως 16χρονο θύμα της μοίρας που πολέμησε στον ρωσικό εμφύλιο υπό τη σημαία του Λευκού Στρατού, υπήρξε το σημαδιακό για τη ζωή του γεγονός, από τις πιεστικές, ιζηματογενείς αναμνήσεις του οποίου αναγνωρίζει ότι ποτέ δεν πρόκειται να λυτρωθεί. Εκείνη τη μέρα, έχοντας ξεκόψει από τους συντρόφους του, περιπλανώμενος σε ελικοειδείς δρόμους και αναζητώντας κάποιο δροσερό μέρος για να ξαπλώσει, θα είχε κοιμηθεί πράγματι εφόσον δεν ερχόταν αντιμέτωπος με έναν αντίπαλό του, καβαλάρη ενός πανέμορφου λευκού αλόγου. Παρά την υπναγωγική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει, ο ήρωας αποδείχθηκε ετοιμοπόλεμος. Πυροβόλησε τον καβαλάρη και δραπέτευσε από το σκηνικό καβάλα στο λευκό άλογο κουβαλώντας το ανείπωτο βάρος της αφαίρεσης μιας ανθρώπινης ζωής, αφού προηγουμένως είχε εγκαταλείψει τον αντίπαλό του που ψυχορραγούσε, όντας σίγουρος για το αναπόδραστο τέλος του. Πολλά χρόνια αργότερα, κι ενώ στο μεταξύ έχει εγκατασταθεί στο Παρίσι, ο ήρωας θα πέσει τυχαία πάνω σε μια συλλογή διηγημάτων που φέρει την υπογραφή ενός Αγγλου συγγραφέα, του Αλεξάντρ Βολφ. Στο ένα από τα τρία διηγήματα της συλλογής, ο Βολφ περιγράφει τη σκηνή της μάχης στη ρωσική στέπα στην οποία ενεπλάκη ο αφηγητής, όμως αυτή τη φορά η εικονοποιία της σκηνής παρουσιάζεται από την οπτική γωνία του φερόμενου θύματος. Οι λεπτομέρειες της περιγραφής, ανατριχιαστικά ακριβείς, δεν αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας στον πρωταγωνιστή: ο άνθρωπος που νόμιζε ότι είχε σκοτώσει ήταν –έπρεπε να είναι, δεν γινόταν αλλιώς– ζωντανός.

Αγωνιώδης αναζήτηση

Από εδώ και πέρα ξεκινάει η αγωνιώδης όσο και στατική αναζήτηση των ιχνών του πραγματικού ατόμου που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο του Αλεξάντρ Βολφ. Και είναι στατική αυτή η αναζήτηση, καθώς δεν είναι ο αφηγητής εκείνος που κατευθύνεται προς τον συγγραφέα του βιβλίου, αλλά είναι ο Βολφ εκείνος που πλησιάζει τον ήρωα προωθούμενος από ένα πλέγμα κάπως υπερβολικών συμπτώσεων, που πάντως δικαιολογούνται με την κατάληξη της ιστορίας. Μια σειρά συμπτώσεων που δυναμιτίζουν, έστω προσωρινά, τη μελαγχολική μακαριότητα της ζωής του αφηγητή, μιας ζωής χωρίς συγκινήσεις, την οποία βιώνει εργαζόμενος ως δημοσιογράφος, καλύπτοντας με υπαλληλική υπευθυνότητα και αδιαφορία από νεκρολογίες και αστυνομικά ρεπορτάζ έως έναν πολυαναμενόμενο αγώνα πυγμαχίας. Σε αυτό τον αγώνα, ο ήρωας θα γνωρίσει την ερμητικά απόμακρη και συναρπαστικά μοιραία Γιελένα Νικολάγεβνα, το πρόσωπο που θα δώσει νόημα στη ζωή του και συνάμα θα τον βυθίσει ακόμη πιο βαθιά στην ιδιόμορφη νέκυιά του.

Οταν το «Φάντασμα του Αλεξάντρ Βολφ» εκδόθηκε το 1948, πέρασε απαρατήρητο και όπως συνέβη με την περίπτωση του «Stoner», του αριστουργήματος του Τζον Γουίλιαμς, έπρεπε να περάσουν πολλές δεκαετίες και να κυκλοφορήσει η πρόσφατη επανέκδοσή του αλλά και νέες μεταφράσεις του, προκειμένου να επανεκτιμηθεί η αξία του και να αναγνωριστεί ως ένα από τα σημαντικά μυθιστορήματα του εικοστού αιώνα. Στο εξαιρετικό του επίμετρο, ο Χρήστος Αστερίου αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, τις οφειλές του Γκαζντάνοφ στον Προυστ και ιδίως τον Εντγκαρ Αλαν Πόε, τον μεγάλο δάσκαλο της υπναγωγικής κατάστασης, στην οποία εγκλωβίζει τον ήρωά του και ο Ρώσος συγγραφέας. Θα προσέθετα στις επιρροές του Γκαζντάνοφ και τον Ντάσιελ Χάμετ, εξαιτίας της έντονα νουάρ και συνάμα εκφυλιστικής ατμόσφαιρας που διαποτίζει το μυθιστόρημα.

Ομως πέρα από τις λογοτεχνικές αναφορές, το φάντασμα που στοιχειώνει τον Αλεξάντρ Βολφ και τον ανώνυμο αφηγητή, η πελώρια σκιά που σκεπάζει τον ίδιο τον Γκαζντάνοφ, ανήκει στον Αρτουρ Σοπενχάουερ. Η ζωή είναι ένα όνειρο, έγραφε ο Σοπενχάουερ, η προσωπικότητα ανήκει στη σφαίρα του ονείρου, κι ο θάνατος δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα ξύπνημα από το όνειρο της ζωής, επιστροφή σε μια οικεία κατάσταση και όχι μετάβαση σε μια καινούργια. Ο Γκαζντάνοφ καταφάσκει, οι νεκροζώντανοι ήρωές του ζουν σαν να περιδιαβαίνουν ένα όνειρο δίχως τέλος.

Ταυτόχρονα, προεκτείνοντας τη σκέψη του Σοπενχάουερ, ο Γκαζντάνοφ διατυπώνει ένα κρίσιμο ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με τον πρόωρο θάνατό του και πόση ζωή του απομένει όταν γλιτώνει από τον σχεδόν βέβαιο χαμό του; Η απάντηση στο ερώτημα δίνεται στην ακροτελεύτια πρόταση του βιβλίου, η οποία επαναφέρει την τάξη που έχει διασαλευτεί και συνηγορεί αμετάκλητα υπέρ της κυκλικής φύσης της ανθρώπινης κατάστασης. Και του θανάτου, θα προσέθετε ο Αλεξάντρ Βολφ.