ΒΙΒΛΙΟ

Λυπημένα όνειρα

21--13
2--17

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ
Τριάντα αποσιωπήσεις και μία κραυγή
εκδ. Εστία

Α​​κρως λυρική είναι η κραυγή που καταλύει στην τελευταία σελίδα τις τριάντα αποσιωπήσεις ισάριθμων πεζών. Μια κραυγή, που αντηχεί σε λιγοστούς, επιλογικούς στίχους, οι οποίοι ασφυκτιούν από απρόφερτες λέξεις, που κάποτε ξεσπούν σε ουρλιαχτά. Οι αποσιωπήσεις αποδεικνύονται ανίσχυρες μπροστά στην ορμή των φιμωμένων λέξεων, που «χιμούν ουρλιάζοντας κι ορθώνονται / με μαχαιριές και με χτυπήματα πισώπλατα / τις νύχτες πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα». Για τέτοιες άγριες, αξημέρωτες νύχτες γράφει η Κατερίνα Δασκαλάκη, εικονογραφώντας στα μικρά πεζά τις ενέδρες, που στήνει μες στις σκιές η μνήμη, όταν το πρώτο, γκρίζο φως της μέρας λεκιάζει τις κουρτίνες ξυπνώντας πολυφίλητα φαντάσματα.

Τα ονειρικά πεζά, από τα πιο γοητευτικά της συλλογής, κυριεύει η προσμονή της συνάντησης με αγαπημένους απόντες. Η αφηγήτρια, η οποία διανύει τις χειμωνιάτικες ημέρες του βίου της, υπομένοντας τα βράδια την ακαταδεξία του ύπνου και μαζί την αργοπορία του ξημερώματος, διακρίνει στην εκπνοή του σκοταδιού μορφές ξεχασμένες, ζωγραφισμένες αδρά «με την ιερογλυφική γραφή κάθε μάταιης ονειροπόλησης». Σε αυτές τις φασματικές ζωγραφιές, που το χρώμα τους έχει από καιρό στεγνώσει, αναζητά εκείνους που χάθηκαν από τον ολοένα πιο κλειστό ορίζοντά της, αγωνιώντας να σμίξει ξανά μαζί τους μέσα από την ανάκληση ενός εφήμερου συντροφευμένου βηματισμού, κάποιο από τα παλιά καλοκαίρια. Αλλες φορές, εκείνος που λείπει εμφανίζεται φευγαλέα στο χειμέριο φως της κρεβατοκάμαράς της, για να χαθεί και πάλι ανεπίστρεπτα στις «ανταύγειες των ημερών που φεύγουν κυνηγημένες, σε κανονική αλληλουχία, προβλέψιμες», διώχνοντας από το άγρυπνο βλέμμα τα απεικάσματα των ονείρων. Ολοι οι νεκροί έρωτες αφυπνίζονται τις νύχτες σε ξέφτια ονείρων, που διαλύονται το ξημέρωμα, αφήνοντας μοναδικό ευεξάλειπτο απομεινάρι «μια διάφανη λευκή κηλίδα», σαν σύννεφο εξαχνούμενο στον πρωινό ουρανό, που ξασπρίζοντας ξεπλένει ολότελα την «πρότερη πορφύρα που τα σκέπαζε όλα». Οπως εκείνο το «παν», χαραγμένο στην άμμο, που περιγελούσε τις αυταπάτες των απανταχού εραστών περί της αιωνιότητας των αισθημάτων.

Εξίσου παραισθητικά με τις φλόγες, «φωτιές του Αδη», που κατακαίνε τη μνήμη, αποτυπώνεται η ερήμωση, υλική και ψυχική. Η Δασκαλάκη με βλέμμα πένθιμο, αλλά και μυστικιστικό, περιδιαβαίνει χαλάσματα και σπίτια ρυτιδωμένα, που αργοπεθαίνουν στον ρυθμό της φθοράς των ενοίκων τους. Φθίνουσες είναι και οι αντοχές ενός άλλου σπιτιού, που ανασκιρτά και ραγίζει, «τρέμει πάνω στα θεμέλιά του και ξεθυμαίνει σε ρωγμές», «καταργώντας μιαν αρχική πρόσκαιρη και απατηλή ευστάθεια», αναπαριστώντας με τους τριγμούς και τις ρυτιδώσεις του τη συμπτωματολογία του χαλασμού. Αλλού πέτρες σκορπισμένες μέσα στην πρασινάδα μιας δοξαστικής άνοιξης εγκαταλείπουν κάθε αναστάσιμο πόθο, γιατί ο ιδιοκτήτης τους είναι το ίδιο γκρεμισμένος με εκείνες και δεν έχει καιρό για χτισίματα και αναστάσεις ερειπίων. Η υφή της πέτρας στα ακροδάχτυλά του τον ανατριχιάζει, καθώς αφουγκράζεται μέσα από τους λίθινους πόρους ένα κάλεσμα, στο οποίο δεν μπορεί παρά να κατανεύσει. Φαίνεται πως μέσα στον σωρό αναγνώρισε, πέρα από μακρινούς στεναγμούς, ληγμένους πόθους και αποχαιρετιστήριους θρήνους, την πέτρα που θα σημάδευε την επικείμενη απουσία του.

Οι «απειθάρχητοι των ονείρων» και οι «υποτακτικοί του εφιάλτη», η οδυρόμενη μνήμη, το θησαύρισμα απωλειών, τα ενύπνια πλαντάγματα της ψυχής, τα ακοίμητα φαντάσματα, το χλωμό φως και το άπλετο σκοτάδι, τα καλοκαίρια που μικραίνουν και οι χειμώνες που παρατείνονται, μετατρέπονται στη μυθοπλασία του βιβλίου σε λεπτουργημένα στιγμιότυπα, που η σύνθεσή τους αποκαθιστά το θρυμματισμένο μωσαϊκό παραπληρωματικών αφηγήσεων. Η εκφραστική δύναμη των εικόνων και οι μελαγχολικοί επιτονισμοί περιθάλπουν την εγκατάλειψη και τη φθορά σαν τα θραύσματα μιας ακριβής πορσελάνης. Οπως συχνά συμβαίνει στη λογοτεχνία, η συνεργία μνήμης, ονειροφαντασίας και γλωσσικής κατεργασίας υπήρξε και εδώ εκπληκτική.