ΒΙΒΛΙΟ

Ενα καρνέ κλεισμένο με λουρί και λουκετάκι…

ena-karne-kleismeno-me-loyri-kai-loyketaki-amp-8230-2095509

ΤΕΤΗ ΠΑΓΚΑΛΟΥ
Μου λείπεται ύπνος
εκδ. Ερμής

Τ​​ο ημερολογιακό μυθιστόρημα γνώρισε κάποιαν έξαρση στον τόπο μας στη διάρκεια του 19ου αιώνα και στα μέσα του 20ού, όταν η γενιά του τριάντα, επηρεασμένη κατά κύριο λόγο από τον Ζιντ, όπως τεκμηριώνει με τις μελέτες της η Αλεξάνδρα Σαμουήλ, επιχείρησε να στραφεί στον σύγχρονο αυτοαναφορικό άνθρωπο και στον κατακερματισμένο εσωτερικό του κόσμο. Πολλοί συγγραφείς το προσέγγισαν ως είδος πρόσφορο για την αποτύπωση του ψυχικού κόσμου του σύγχρονου υποκειμένου – ενός Εγώ ασυνεχούς και αντιφατικού, που επιδίδεται, ελλείψει κάποιου αντικειμενικού αποδέκτη, σε μια εξομολογητική γραφή «εις εαυτόν».

Ωστόσο, αυτή η συγκεκριμένη μορφή αυτοσυνειδησιακού κειμένου σταδιακά εγκαταλείφθηκε: το πιο πρόσφατο δείγμα που μπορώ να ανακαλέσω είναι το «Ημερολόγιο 1836-2011» του Θανάση Βαλτινού – ένα πλασματικό ημερολόγιο, αρμολόγηση ψηφίδων στοχασμού και βίου από έναν μάστορα του ελάχιστου και του ελλειπτικού.

Την ημερολογιακή φόρμα επιλέγει η Τέτη Παγκάλου στο πρώτο της μυθιστόρημα «Μου λείπεται ύπνος» – αισθαντική, χαμηλόφωνη, εν πολλοίς σπαρακτική εξιστόρηση της βιοτικής διαδρομής μιας ηλικιωμένης γυναίκας. Η Τρισεύγενη (Βγενιώ για τους συγχωριανούς της και Ηρα για τους πολλούς, από το όνομα του επαρχιακού ξενοδοχείου που διατηρεί με τον άνδρα της, τον Λυκούργο) καταπιάνεται με το γράψιμο αργά, όταν έχει πια σταματήσει να προσδοκά, όταν έχει θάψει τους νεκρούς της, όταν μπροστά της ανοίγεται η ερημία ενός τσακισμένου γήρατος. «Δεν μπορώ πια χωρίς γράψιμο», εξομολογείται. Οι αφηγήσεις της διαρθρώνονται στη βάση της ημερολογιακής καταγραφής, μολονότι δεν παρακολουθούν μια τρέχουσα καθημερινότητα (η σύμβαση του είδους), αλλά αποτελούν εκ των υστέρων αναδρομές στο απώτατο ή το πιο πρόσφατο παρελθόν της. Γεννημένη το 1900, θα ανασυστήσει στιγμές των παιδικών της χρόνων, θα επιδοθεί σε μια αναβίωση των εγγύτερων προσώπων της, θα περιγράψει πολέμους, αναταραχές, πολιτικά γεγονότα, όχι για να τα ξαναζήσει αλλά για να τα εντάξει σε μια αλληλουχία άλλων συμβάντων, ώστε, μέσω της καταγραφής, να κατανοήσει το βιωματικό υλικό της και να του προσδώσει νόημα.

Ας μη μας παρασύρει ωστόσο η χρήση ημερομηνιών από τη συγγραφέα: η περιοδικότητα της δομής δεν αντικατοπτρίζει εδώ την περιοδικότητα και τη διάσπαση της καθημερινότητας. Φαινομενικά ημερολόγιο, το βιβλίο είναι στην ουσία απομνημόνευμα: η 73χρονη Τρισεύγενη αποσύρεται από τον χρόνο προσπαθώντας να συλλάβει στην πορεία του μιαν ενότητα του εαυτού και του κόσμου. Η «ασύνθετη, απολυμένη πρόζα» της (για να χρησιμοποιήσω μια φράση με την οποία χαρακτήρισε ο Σπανδωνίδης το αφήγημα του Μ. Καραγάτση «Το ημερολόγιο του Κωστή Ρούσση») της επιτρέπει να κυριαρχήσει στην ιστορία και στον χρόνο της, να ιδιοποιηθεί τον εαυτό της και ως εκ τούτου την αυθεντικότητά της, σε μια, οδυνηρή κάποτε, διαδικασία αυτοανάλυσης και αυτογνωσίας. Μιλάει για την τραυματική σχέση με τη μητέρα της, για την ακατόρθωτη σχέση με τον άνδρα της, ξεδιπλώνει τον καημό για τα παιδιά της, τις συνδιαλλαγές της με τις άλλες γυναίκες (μια συνεχής ταλάντωση ανάμεσα στη συμπάθεια και τον ανταγωνισμό που εμβολίζεται συχνά από σκέψεις σχετικά με τη γυναικεία μοίρα), τα λίγα κέρδη και τις πολλές απώλειες της ζωής. Δεν είναι σαφές αν η Τρισεύγενη γράφει για να θυμάται ή γράφει για να ξεχνά. Ομως όταν η Τρισεύγενη γράφει για τον εαυτό της, στην ουσία γράφει για τους άλλους: η γραφή διευρύνει τα όρια του εαυτού, το καθαρά προσωπικό καταξιώνεται.

Το βιβλίο της Τέτης Παγκάλου (που εκδόθηκε από τον «Ερμή» σε επιμέλεια και γλωσσάρι της Θεώνης Ζερβού και με τη φροντίδα της ακαταπόνητης Λένας Σαββίδη) είναι ένα ιδιαίτερο μυθιστόρημα: με την ανεπιτήδευτη, εμβαπτισμένη στην προφορικότητα του λαγαρού ντόπιου ιδιολέκτου της ορεινής Κορινθίας γραφή, τη διαλείπουσα χρονική δομή, τη μορφική ευπλαστία και την ακατάληκτη ανέλιξή του, υποδέχεται τον αναγνώστη σε έναν κόσμο απόρρητο και μυστικό και γι’ αυτό γοητευτικό, έναν κόσμο γυναικείο που αδιάκοπα πασχίζει να υπερβεί διαδοχικές ματαιώσεις και να δικαιώσει (αλίμονο, εις μάτην!) ανεπίδοτα συναισθήματα.