ΒΙΒΛΙΟ

1958: καταβύθιση στα σκοτάδια του Τζέιμς Ελροϊ

1958-katavythisi-sta-skotadia-toy-tzeims-elroi-2095680

Κ​​άθε βιβλίο του Τζέιμς Ελροϊ είναι ένα μικρό εκδοτικό γεγονός, ακόμα και στη χώρα μας, που αποκόβεται όλο και περισσότερο από το εξωτερικό. Μερίδα του ελληνικού κοινού τρέφει από καιρό λατρεία στον σκοτεινό κόσμο του ιδιότροπου Αμερικανού συγγραφέα.

Προσωπικά, παρότι μπερδεύομαι με τα πολυάριθμα πρόσωπα που παρελαύνουν σε όλα του σχεδόν τα μυθιστορήματα, η γοητεία και η σαγήνη που προκαλεί με το νευρώδες γράψιμό του είναι πάντοτε εκεί.

Στα «Σκοτάδια μου», που κυκλοφόρησαν εσχάτως (πάντοτε από την Αγρα και πάντοτε σε μετάφραση του συγγραφέα Ανδρέα Αποστολίδη), ο Ελροϊ ανατρέχει στο μοιραίο 1958, στο Λος Αντζελες εννοείται, χρονιά και τόπο ενός εγκλήματος που τον σφράγισε διά βίου: της μητέρας του. Ο άγριος φόνος της είναι γνωστό ότι αποτέλεσε έμπνευση και κατάρα μαζί για τον δεκάχρονο τότε Τζέιμς και το συγκεκριμένο βιβλίο είναι ένα εκτενές ρεπορτάζ της δικής του προσπάθειας να ανακαλύψει τον δολοφόνο της μητέρας του και την ίδια στιγμή να καταβυθιστεί στα δικά του σκοτάδια – στις αλλόκοτες εμμονές του με τις γυναίκες, ζωντανές και δολοφονημένες, και με το Λος Αντζελες της δεκαετίας του ’50.

Τα «Σκοτάδια μου» εκδόθηκαν στην Αμερική πολλά χρόνια πριν, το 1996. Το φθινόπωρο του 2009, ο Ελροϊ είχε δώσει μεγάλη συνέντευξη στο ιστορικό λογοτεχνικό περιοδικό The Paris Review. Στον πρόλογό του, ο μυθιστοριογράφος Ναθάνιελ Ριτς, που πήρε τη συνέντευξη, γράφει ότι ο Ελροϊ είναι μια «επιβλητική παρουσία», συχνά σκάει στα γέλια και βρίζει εύκολα, ενώ του αρέσει να μιλάει με την αργκό των ηρώων του: μπάτσων και κακοποιών από το L.A. των ’50s.

«Μιλήσαμε κάμποσες ώρες κάθε απόγευμα», με τον Ελροϊ να πίνει τετραπλό εσπρέσο με πάγο. Οταν έβγαιναν στην πόλη για βόλτα, ο Ελροϊ έδειχνε στον Ριτς τα σπίτια όπου έμεναν τα πιο όμορφα κορίτσια του σχολείου του – τα σπίτια στα οποία έμπαινε κάποτε σαν δραπέτης για να κλέψει τα εσώρουχά τους.

«Είμαι ο μεγαλύτερος συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων, έτσι δεν είναι; Υπάρχει κανένας καλύτερος από μένα;» ρώτησε κάποια στιγμή τον συντάκτη τού The Paris Review ο Ελροϊ, ο οποίος μίλησε για όλα: για την περίοδο που ζούσε σαν άστεγος κι έπαιρνε ναρκωτικά, για τη εγγραφή του στο αμερικανικό Ναζιστικό Κόμμα («ήμουν προβοκάτορας», λέει), δήλωσε συντηρητικός και πιστός χριστιανός, ενώ οι κύριες εμμονές του έχουν πλέον περάσει σε δεύτερη μοίρα, με μία μεγάλη εξαίρεση», τόνισε. «Τις γυναίκες;» ρώτησε ο Ριτς. «Φυσικά», αποκρίθηκε ο Ελροϊ.