ΒΙΒΛΙΟ

Ο παράξενος Μαρσέλ Σβομπ

o-paraxenos-marsel-svomp-2097958

​​«Στα παχιά βοσκοτόπια της Σικελίας υπάρχει ένα σύδεντρο από ήμερες μυγδαλιές, κοντά στη θάλασσα. Εκεί βρίσκεται ένα παλιό θρονί σκαλισμένο σε μαύρη πέτρα όπου κάθονται οι βοσκοί χρόνια τώρα. Στα κλαριά των γειτονικών δέντρων κρέμονται κλουβιά για τζιτζίκια πλεγμένα από ψιλά βούρλα και κιούρτοι από πράσινη λυγαριά που χρησίμεψαν στο ψάρεμα. Εκείνη που κοιμάται, στητή πάνω στο μαύρο πέτρινο θρονί, με τα πόδια φασκιωμένα, με το κεφάλι κρυμμένο κάτω από ένα μυτερό ψάθινο κοκκινωπό καπέλο, περιμένει έναν βοσκό που δεν γύρισε ποτέ. Εφυγε, με τα χέρια αλειμμένα αγνό κερί, για να κόψει καλάμια μες στις υγρές λόχμες: ήθελε να αρμόσει έναν αυλό από επτά καλάμια, καθώς του είχε διδάξει ο θεός Παν».

Ο κύριος Γκρι είναι στην παραλία. Ο ήλιος μόλις έχει βασιλέψει και προσπαθεί με όσο φως έχει απομείνει να διαβάσει ένα παλιό βιβλίο από τη βιβλιοθήκη του εξοχικού, τους «Μίμους» του Μαρσέλ Σβομπ (μτφρ. Λίλιαν Stead-Δασκαλοπούλου, Αγρα, 1987). Διαβάζει το παραπάνω απόσπασμα από αυτό το αλλόκοτο βιβλιαράκι με τις ανησυχαστικές μικρές ιστορίες μέσα σε ιστορίες μέσα σε ιστορίες που αναδύονται χωρίς τέλος, όταν υψώνει το βλέμμα και χαζεύει το πορφυρό δειλινό πάνω από τη θάλασσα. «Τι παράξενο», λέει, «θα μπορούσε να είναι το “σύδεντρο από ήμερες μυγδαλιές κοντά στη θάλασσα” που γράφει ο Σβομπ». Σηκώνει το κινητό για να φωτογραφίσει το τοπίο, όταν την τελευταία στιγμή εισβάλλει στο κάδρο μια μικρή κόρη. «Ξέρω, εσύ σαρκάζεις κάτι τέτοια», μου είπε, «αλλά ήταν η κορυφαία καλοκαιρινή μου στιγμή φέτος. Κόσμοι που ανοίγουν και κλείνουν μέσα σε μια στιγμή. Χώρια που ξαναβρήκα τον Σβομπ».

Πού τον θυμήθηκε; Αυτόν που το 1878, στα έντεκά του, λάτρεψε τον Πόε μέσα από τα γαλλικά του Μποντλέρ, για να γίνει μετά ένας σπάνιος γλωσσομαθής, μελετώντας ακόμα και σανσκριτικά πλάι στον Φερδινάνδο Σοσίρ. Δύο χρόνια θητεία στο πυροβολικό κι έπειτα δημοσιογράφος, μεταφραστής του διονυσιακού Ουίτμαν, διηγηματογράφος, ταξιδιώτης – αποκορύφωμα το ταξίδι του στις νήσους Σαμόα, αναζητώντας το είδωλό του, τον Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον. Εκκεντρικός, φέρει στους ώμους του ένα μικροσκοπικό σκυλάκι, ενώ ο μοναδικός του έμπιστος είναι ένας Κινέζος υπηρέτης. Θα ερωτευτεί δύο γυναίκες: μια νεαρή εργάτρια που ίσως υπήρξε και «αισθαντική πόρνη», τη Λουίζ, η οποία πεθαίνει φυματική, και τη φημισμένη αρτίστα Μαργκερίτ Μορενό, που θα παντρευτεί. Η Λουίζ, όμως, θα του εμπνεύσει το έργο με το οποίο θα γίνει διάσημος: το «Βιβλίο της Μονέλ» (μτφρ. Μάγδα Οιχαλιώτου, Νεφέλη, χ.χ.). «Αλλο παράξενο ανάγνωσμα», σχολιάζει ο κύριος Γκρι. «Η Μονέλ βρίσκει τον αφηγητή σε μια πεδιάδα, τον παίρνει απ’ το χέρι και του μιλάει “για τις μικρές πόρνες”. Ακολουθεί μια απερίγραπτη αλυσίδα από πολλές ιστορίες πολλών ερώτων μαζί, όχι ενός πάντως. Λοξών ερώτων, γεμάτων απουσίες, απώλειες, αισθήσεις κι αισθήματα». Ο κύριος Γκρι βάζει να ακούσουμε τη μυστηριακή σουίτα του Ραβέλ «Δάφνις και Χλόη», παρατηρώντας: «Με το “Βιβλίο της Μονέλ”, ο Σβομπ επιβεβαίωσε έμπρακτα αυτό που έλεγε: “Θα φτάσουμε αργά και δεν μένει παρά ένα μόνο πράγμα να κάνουμε, μετά τους προηγηθέντες: να γράφουμε καλά”».