ΒΙΒΛΙΟ

Ελάχιστα ταξίδια

elachista-taxidia-2101642

ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΥΤΣΙΑΜΠΑΣΑΚΟΣ
«Δρόμοι»
εκδ. Πατάκη

Τ​​​​ελικά είναι καλύτερα εκεί όπου δεν είμαστε;» Το ερώτημα επανέρχεται με δριμύτητα στις σελίδες του ύστατου έργου του Πέτρου Κουτσιαμπασάκου (1965-2014). Οι ήρωές του αγωνιούν να ξεφύγουν από τόπους που σταδιακά χτίζονται μέσα τους, παρεμποδίζοντας την παραμικρή μετατόπιση. Αίφνης βρίσκονται σπρωγμένοι σε μια γωνιά, «έξω από καθετί». Στέκονται απόμερα και ανασαίνουν ασάλευτοι, ενόσω κάτω από τα πόδια τους το έδαφος γκρεμίζεται, συμπαρασύροντάς τους σε έναν ατέρμονο μετεωρισμό. Οσοι πάλι επιμένουν να σέρνουν τα πόδια τους, το ένα μπροστά το άλλο πίσω, στις πλάκες των πεζοδρομίων, διαγράφοντας επί ματαίω ευθείες και τεθλασμένες στο σώμα της πόλης, αρχίζουν κάποια στιγμή να φοβούνται πως το τέρμα τούς πλησιάζει γρηγορότερα από όσο οι ίδιοι περπατούν. Οπως σημειώνει ο Σπύρος Γιανναράς, στον θερμότατο πρόλογό του, τα πεζά του παρόντος τόμου, μαζί με τα άλλα τρία βιβλία του Κουτσιαμπασάκου, επικυρώνουν τη συγκροτημένη συγγραφική του αντίληψη, τη θεώρηση της λογοτεχνίας «ως πρωτίστως και κατ’ εξοχήν δουλειά και μόχθο πάνω στη γλώσσα, ως πάλη για την έκφραση». Η μεταθανάτια συνάθροιση των εν λόγω διηγημάτων έρχεται να θωρακίσει την υφολογική ομογένεια των δύο πρώτων διηγηματογραφικών συλλογών του Κουτσιαμπασάκου. Και εδώ οι χαρακτήρες πλάθονται μέσα από τη μεγέθυνση κρίσιμων λεπτομερειών, ενώ η αυστηρά πελεκημένη γραφή λειτουργεί ως ενισχυτής των άρρητων καημών. Δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω με τον Γιανναρά ότι το «Απόγευμα» ανήκει στις ομορφότερες σελίδες της ελληνικής διηγηματογραφίας. Ενας κουρασμένος ενήλικας, ένα παιδικό δωμάτιο, ένας δυσοίωνος δημόσιος υπάλληλος, το καλοκαιρινό φως που ξαφνικά χλωμιάζει και τα παιχνίδια ολόγυρα που εξαφανίζονται, αρκούν για να αντηχήσει διάτορος ο μέγιστος των υπαρξιακών φόβων.

Λιγότερο μακάβριο αλλά εξίσου συντριπτικό είναι το ξύπνημα της γυναίκας στο διήγημα «Ψ συν Χ» από τις ερωτικές της αυταπάτες. Το κενό που ανοίγεται ανάμεσα σε εκείνη και στο αποσυρμένο σώμα παγιώνει μια αδιάνυτη απόσταση, αφήνοντάς την σε μια αδιανόητη ερημία. «Ολα, μέσα, γύρω της, έχουν γκρεμιστεί. Τριγμοί, ρωγμές και μετά η κατάρρευση· αστραπιαία και εκκωφαντική». Μια βουή ευπρόσδεκτη, ναρκωτική, προερχόμενη από τον πάταγο έξω και όχι τον από μέσα, τυλίγει τον αφηγητή «Στο κέντρο της πόλης», καθώς καταπατά τα ίχνη των άλλων σε διαδρομές διασταυρούμενες και ωστόσο ασυντρόφευτες. Η βουή του τοπίου τον δονεί κατάσαρκα, δίνοντάς του την εντύπωση ενός ακούραστου κυλίσματος. Τα ρεύματα των δρόμων τον παράσερναν, τον έσπρωχναν, τον έδιωχναν. Οι παροδικοί ελιγμοί δεν υποδείκνυαν κάποιον προορισμό. Μοναδικός προορισμός ήταν η διατήρηση μιας απόστασης ασφαλείας από το τέρμα. Σε έναν τέτοιο δρόμο, μακριά από ανέκκλητες αφίξεις, ήθελε να πορευτεί ο αφηγητής στο «Ενας από αυτούς». Οσο η πραγματικότητα εισχωρούσε μέσα του και τον διάβρωνε τόσο εντονότερο αισθανόταν το λάκτισμα της φυγής. Οι δρόμοι που επέλεγε ήταν εκείνοι που απλώνονταν λίγο πέρα από το βήμα του. Δρόμοι αβέβαιοι, και γι’ αυτό απατηλά μακρινοί. Οσες όμως διαχωριστικές γραμμές και αν παραβίασε, δεν κατόρθωσε να δρασκελίσει τα πιο ιδιωτικά σύνορα, τους τοίχους του σπιτιού του, που ολοένα τον στένευαν, προσθέτοντας έναν ακόμα τόπο σε αυτούς από τους οποίους ήθελε να δραπετεύσει. Ενας άλλος τόπος από αλλού ηλέκτριζε τη φυγόκεντρο που τον κινούσε.

Οπως λέει ο διαβάτης του κέντρου, σημασία έχει να περπατάς με το κεφάλι ψηλά και τις σκέψεις κάτω, πεταμένες στα ρείθρα των πεζοδρομίων. Και τα πόδια σε ένα επαναλαμβανόμενο τίναγμα, σαν να δίνουν κλωτσιές στον αέρα. Ο Γιανναράς χαρακτηρίζει ανέστιους τους ήρωες του Κουτσιαμπασάκου, γιατί καταλήγουν «διαρκώς ματαιωμένοι στην αναζήτηση της ανθρωπιάς και της αγάπης». Ωστόσο, μοιάζουν σαν να βρίσκονται ένα βήμα πριν από τη ματαίωση, ακριβώς επειδή, μαζί με την κούραση στις αρθρώσεις, νιώθουν ακόμα την προσμονή να ανασηκώνει τα πόδια τους κάθε φορά που τους ταξιδεύουν πέρα από το κατώφλι του σπιτιού τους. Οι δρόμοι είναι πολλοί, παντού νέες διασταυρώσεις και ανύποπτα ξέφωτα περιμένουν, μέχρι βέβαια να πάρει κανείς τον άλλον δρόμο, «εκείνον για το γαμημένο το ταξίδι, το άφατο, το απερίγραφτο».