ΒΙΒΛΙΟ

Ποιο είναι το καλύτερο μυθιστόρημα με θέμα τις εκλογές;

poio-einai-to-kalytero-mythistorima-me-thema-tis-ekloges

ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΕΝΑΡΙΟΣ*

Στο «Περί Φωτίσεως» ο Ζ. Σαραμάγκου επινοεί μια χώρα όπου στις εκλογές πρώτο κόμμα έρχεται το Λευκό με 70%. Την επόμενη Κυριακή, στις επαναληπτικές, το Λευκό επικρατεί και πάλι με 80%. Τρόμος, κενό εξουσίας, αναταραχή – στην αρχή. Αλληλεγγύη, αλληλοβοήθεια, ανάπτυξη του αισθήματος προσωπικής ευθύνης – στο τέλος.

Είναι εξαιρετικά αμφίβολο αν η λογοτεχνική παραβολή έχει τη δύναμη να ιδρύσει την πραγματικότητα. Είναι όμως ικανή μαζί με άλλες, παράλληλες, αφηγήσεις να θρέψει το συλλογικό φαντασιακό ώστε η πραγματικότητα, αν και πάντοτε αναπόδραστα υπαρκτή, να περνάει σε δεύτερο πλάνο, έως ότου το φαντασιακό, υποτιθεμένως, να την επανιδρύσει ή, τουλάχιστον, να την τροποποιήσει. Σε περιπτώσεις μάλιστα όπως η ελληνική, όπου το θυμικό έχει το απόλυτο προβάδισμα έναντι του έλλογου στοιχείου, η ισχύς του φαντασιακού αυξάνεται δραματικά.

Κάπως έτσι, με λογής μύθους και με ισχυρότατες πολιτικοκοινωνικές μυθοπλασίες, δεξιάς και αριστερής κοπής, πορευτήκαμε από το τέλος του Εμφυλίου. Απλώς, όσες από αυτές τις μυθοπλασίες είχαν αριστερή καταγωγή είχαν ταυτόχρονα και τη μεγάλη τύχη να μη χρειαστούν να εφαρμοστούν εμπράκτως. Ετσι, οι αριστερής προελεύσεως μύθοι θέριευαν και, ταυτόχρονα, φούντωναν το άτιμο, το ανυπότακτο, το απείθαρχο φαντασιακό.

Ωστόσο ήρθε κι αυτωνών η ώρα τους. Αρκεσαν επτά μήνες διακυβέρνησης –δηλαδή επτά μήνες που στη διάρκειά τους έπρεπε να αντιμετωπιστεί η αμείλικτη ανάγκη διαχείρισης του πραγματικού– για να καταπέσουν μύθοι θρεμμένοι, επί δεκαετίες, με το λίπασμα ετερογενών αφηγήσεων, πολυποίκιλων ευχολογίων και δεινής θεωρητικολογίας.

Πολύ συχνά το μη ρηματικό μέρος της γλωσσικής επικοινωνίας λέει πολύ περισσότερα από τον ρηματικά πραγματωμένο λόγο. Ο λόγος της «Αριστεράς» είχε το προνόμιο να παραμένει πάντα ενδιάθετος, μη μιλημένος στο πεδίο του πραγματικού, σε αντίθεση με τον μιλημένο λόγο των «αστικών» κομμάτων που κλήθηκαν να διαχειριστούν την πραγματικότητα και μαζί τις τύχες της χώρας. Το τελευταίο επτάμηνο, αν και ολέθριο για τη συνολική κατάσταση της χώρας, κομίζει ωστόσο μια νέα δυνατότητα: καταβαραθρώνοντας το πραγματικό/πολιτικό/έλλογο στοιχείο της κοινωνίας, κυρίως διά της καταστροφής της οικονομίας, γκρέμισε ταυτόχρονα το θυμικό/φαντασιακό στοιχείο των πολιτών, άλλως: τις ψευδαισθήσεις. Κι αυτό είναι η δική του πολύτιμη συνεισφορά. Στο μυθιστόρημα του Πορτογάλου νομπελίστα η απάντηση στο κενό εξουσίας είναι, κυρίως, η ανάπτυξη του προσωπικού αισθήματος ευθύνης. Η δική μας απάντηση, ως πολιτών, στον εθνικό μας ερειπιώνα, ποια άλλη μπορεί να είναι;

* Ο κ. Γιώργος Ξενάριος είναι συγγραφέας. Τελευταίο του βιβλίο, «Στην άκρη του κόσμου» (εκδ. Κέδρος, 2011).

ΜΑΡΙΑ ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗ**

Στο «Σπίτι των πνευμάτων», το έργο της Ιζαμπέλ Αλιέντε (εκδόσεις «Ωκεανίδα» 1982), διάβασα μια ωραία σκηνή μετεκλογικού πανηγυρισμού για την επιτυχία του κόμματος της Αριστεράς στη Χιλή πριν από σαράντα κάτι χρόνια.

Ο αναγνώστης, στα χνάρια των πανηγυριστών, μεθάει με τα συνθήματά τους, χορταίνει χρώματα, πάλλεται από αντιθέσεις – η ευτυχία του πλήθους, απ’ τη μια, ο τρόμος των ηττημένων, απ’ την άλλη, μπροστά στη δύναμη του κόσμου που, ποτάμι ορμητικό όλη νύχτα, παρασύρει και διαλύει, σφυρίζοντας στον ρυθμό των τραγουδιών της επανάστασης, τις άκαρπες ελπίδες της συντήρησης και της πλουτοκρατίας. Σκηνή που προκαλεί αναμφίβολα συγκίνηση, ό,τι χρειάζεται ένα λογοτεχνικό βιβλίο για να κρατήσει τον αναγνώστη.

Eτσι ζουν τις εκλογές οι ψηφοφόροι στα μέρη όπου η παρόρμηση κυριεύει τις ανθρώπινες ψυχές και εξ ανάγκης ο λόγος, ακόμα και ο κοινός, στριμώχνεται σε μια μικρή και σκοτεινή γωνιά της σκέψης τους.

Μόνο όταν διαψευστεί το έντονο συναίσθημα που διαρκώς τους πλημμυρίζει, σκάει μύτη το μυαλό κι αναρωτιέται πώς έγινε και έπεσε πάλι θύμα ωραίων λόγων και βέβαιων εξαγγελιών για κάτι νέο, σπουδαίο και πάνω απ’ όλα εφικτό!

Οταν το επόμενο πρωί φτάνει μαζί με όλα τα προβλήματα προς λύση, όταν το αδιέξοδο ξυπνάει από τον λήθαργο των εκλογών φρέσκο, ανανεωμένο, επιτακτικό, τότε επιστρέφει και ο λόγος κι αρχίζει η εικόνα και τσακίζει, τα χρώματα χάνουν τη λάμψη τους και οι φωνές βραχνιάζουν.

Εκεί, στη μακρινή χώρα του άλλου ημισφαίριου, σταμάτησε η ουτοπία αυτή με τρόπο τραγικό ύστερα από επέμβαση των όπλων. Ομοια όπλα με αυτά που, στον δικό μου τόπο, σαράντα κάτι χρόνια ύστερα, σε χώρα με συνθήκες άλλες κι άλλες αναφορές, ο ανεκδιήγητος εταίρος της «πρώτη φορά αριστεράς», γνωστός και ως «δεξί της χέρι», αυτά τα όπλα επικαλέστηκε.

«Ετοιμος ο στρατός για να χτυπήσει ακόμα κι εσωτερικούς εχθρούς», είπε κι ανατριχιάσαμε, όσοι τουλάχιστον λόγω ηλικίας έχουμε αφουγκραστεί ερπύστριες να περπατούν πάνω στην άσφαλτο.

Τους προσεχείς πολίτες στα σχολειά κανείς δεν τους διδάσκει, δυστυχώς, πριν μπουν στο παραβάν να μη βουτήξουν το χέρι στην καρδιά μα στο μυαλό τους και να σκεφτούν ότι η κάλπη συχνά γεννάει τέρατα που, με τα δόντια τους, μικρά και άπειρα ακόμα, μα κοφτερά σαν παιδικά, σχίζουν, ακόμα κι άθελά τους, τον εύθραυστο ιστό της κοινωνίας.

Λιγότερα, λοιπόν, χασαποσέρβικα γύρω από σιντριβάνια, γιατί διαρκούν ελάχιστα αντίθετα απ’ τον ζόφο της διάψευσης που ζει συνήθως στο ξημέρωμα της μεθυσμένης νύχτας.

** Η κ. Μαρία Σκιαδαρέση είναι συγγραφέας και το τελευταίο της βιβλίο, με τίτλο «Χάλκινο γένος» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Πατάκης» το 2013.