ΒΙΒΛΙΟ

Ανήμερα των εκλογών

17s2gri1

Σκεφτόταν την κοπέλα από τη Ρωσία ακόμα και την κρίσιμη ημέρα των εκλογών, όταν όλο το Σύνταγμα ήταν σε επιφυλακή. Οι πληροφορίες έλεγαν ότι ο Κεμάλ θα δοκίμαζε γενικό αιφνιδιασμό. Λίγο μετά το μεσημέρι, κι αφού τίποτα δεν συνέβη, επήλθε γενική χαλάρωση. Αυτές ήταν οι χειρότερές του στιγμές· το μυαλό του γινόταν τότε εχθρός. Η ανακούφισή του ήταν μεγάλη όταν το απόγευμα τους μετέφεραν στο οίκημα του αποσπάσματος τηλεγραφητών. Οτιδήποτε, αρκεί να μη μένει άπραγος και σκέφτεται. Εριξε την ψήφο του στην κλειστή κάλπη και την επομένη η καρδιά του σκίρτησε από χαρά όταν ένας πολύ αντιπαθητικός υπολοχαγός ακούστηκε φουρκισμένος να βρίζει τον Βενιζέλο. «Ο αρχισυμμορίτης», φώναζε, «εβγήκε με εβδομήντα πέντε τοις εκατό». «Ο στρατός τι εψήφισε»; ρώτησε ένας τσολιάς την ομήγυρη. Δεν ήξεραν: τα ψηφοδέλτια είχαν μεταφερθεί στο Γενικό Στρατηγείο, στη Σμύρνη, όπου και θα ανοίγονταν.

Σκεφτόταν ξανά τη Ρωσίδα του όταν το απόγευμα ο λοχαγός τούς συγκέντρωσε όλους για να τους ανακοινώσει ότι είχε γίνει λάθος: ο Βενιζέλος δεν εξελέγη ούτε καν βουλευτής όπως και κανένας από τους υπουργούς του πλην του Σίμου, του δημοσιογράφου, που εξελέγη στην Ηπειρο. Ακουσε τις νέες ειδήσεις με την καρδιά του να κατρακυλάει στα γόνατα, ιδίως όταν άκουσε τον ίδιο αξιωματικό που καθύβριζε τον Βενιζέλο να ισχυρίζεται ότι πλέον οι βενιζελικοί βαθμοφόροι «παρουσιάζουν όψιν νεκρού ζώντος ενταφιασθέντος». Κι ότι στη Νικομήδεια οι φαντάροι διαδηλώνουν με εικόνες του Στρατηλάτη βασιλέως. Εως και οι Τούρκοι φωταγώγησαν τους μαχαλάδες προς τη Σμύρνη. Σκέφτηκε: οι Τούρκοι γιορτάζουν διότι ξέρουν ότι η Ελλάδα θα χάσει τώρα την υποστήριξη των ξένων. Και η δική τους φανταρία επειδή ο Γούναρης τους έταξε απόλυση.

Ξαφνικά αισθάνθηκε πιο ανάλαφρος: αν τους γυρνούσαν πίσω, ίσως είχε την ευκαιρία να τη βρει, να της εξηγήσει, ακόμα και να την κερδίσει ξανά. Τον Μάρτιο του ’21 θα έκλεινε 24 μήνες θητείας και θα απολυόταν. Θα ήταν ελεύθερος να ολοκληρώσει τις σπουδές που άφησε στη μέση. Ντράπηκε γι’ αυτές του τις σκέψεις, βαθιά μέσα του όμως ευχήθηκε η νέα κυβέρνηση να κάνει αυτό που είχε υποσχεθεί.

Οταν ήρθε η διαταγή ότι η Μεραρχία θα μετακινούνταν σιδηροδρομικώς προς Σμύρνη, ακούστηκαν τουφεκιές στον αέρα. Εκδηλώθηκαν και προσωπικές προτιμήσεις: αντί να επιστρέψουν στον Πειραιά, να υπηρετήσουν το υπόλοιπο της θητείας τους στη Σμύρνη. Την επομένη, ωστόσο, απλώθηκε νεκρική σιγή όταν έμαθαν πως από τη Σμύρνη θα κινούνταν ακτοπλοϊκώς προς Μουδανιά και από εκεί θα ξεκινούσαν νέα προέλαση προς τα ανατολικά. «Πού μας πάνε πάλι;». Ακούστηκε μια σπασμένη φωνή μέσα από τις γραμμές των ευζώνων.

Ηταν αρχές Δεκεμβρίου. Τη νύχτα, παραμονή της αναχώρησης, έμεινε μόνος, να χαζεύει τον καθαρό, ξάστερο ουρανό, τυλιγμένος στη χλαίνη του. Το χνώτο του άσπριζε μέσα στο σκοτάδι. Ενας τσολιάς από τη Ματαράνγκα τον ρώτησε από μακριά αν ήθελε να έρθει κοντά του, στη φωτιά. Εκείνος δεν μίλησε, κούνησε μόνο το κεφάλι του αρνητικά και συνέχιζε να κοιτάζει τα άστρα λες κι έψαχνε για κάτι που είχε χάσει. (Συνεχίζεται)