ΒΙΒΛΙΟ

Νυχτερινή πορεία

24s2gri

​Το καράβι άφησε τη Σμύρνη και ανοίχτηκε, έχοντας την ιωνική γη στα δεξιά του, ακολουθώντας πορεία προς Βορράν. Την πρώτη νύχτα, τον ξύπνησαν τα εξακολουθητικά, αγωνιώδη χλιμιντρίσματα των αλόγων απ’ το αμπάρι, οι οπλές τους πάνω στο ατσαλένιο δάπεδο, έτσι όπως γλιστρούσαν όταν έγερνε το κύτος και προσπαθούσαν να σταθούν όρθια. Στον διάδρομο είδε έναν αξιωματικό του Ιππικού να οπλίζει το ατομικό του πιστόλι. Δίπλα του στεκόταν ένας συνάδελφός του. «Είμαι μαζί της από το Σκρα», άκουσε τον βαθμοφόρο με το πιστόλι να λέει, κλαίγοντας σχεδόν. «Και τι να κάνεις; Το γόνατό της θρυμματίστηκε», ήρθε η απάντηση απ’ τον συνάδελφό του. Είδε τότε τον οπλισμένο αξιωματικό να κάνει τον σταυρό του και να προχωράει αποφασιστικά προς το αμπάρι. Ο πυροβολισμός άφησε μιαν επίμονη, παρατεταμένη ηχώ και κάμποσα κοιμισμένα παιδιά πετάχτηκαν αλαφιασμένα. «Ηρθανε οι Τούρκοι;», ρώτησαν, μα γρήγορα κατάλαβαν πού βρίσκονταν και ξεράθηκαν πάλι.

Ηταν μια ευαίσθητη αλλά καλοσχεδιασμένη επιχείρηση: βαθμοφόροι του Ιππικού κρατούσαν από τα γκέμια τα δικά τους άλογα, μη τυχόν και αφηνιάσουν απ’ τον πυροβολισμό. Οι περισσότεροι είχαν ξαναζήσει αυτό το σκηνικό γι’ αυτό και ήσαν ιδιαιτέρως τρυφεροί προς τα δικά τους ζώα. Τα τάισαν μισοσαπισμένα μήλα, μαυρισμένα καρότα και χούφτες ζάχαρη.

Δεν μπορούσε πια να κοιμηθεί και ανέβηκε σκοτεινιασμένος στο κατάστρωμα. Τυλιγμένος στον κετσέ του, ο διμοιρίτης του, επιστήμονας σπουδαγμένος στο Βερολίνο και στη Γοττίγγη, που είχε διακόψει τη φοίτησή του για να ενταχθεί στην Εθνική Αμυνα –δικός του άνθρωπος, βενιζελικός–, κοιτούσε ψηλά. Δεν μίλησε για το σκοτωμένο άλογο, προσπαθούσε να το ξεχάσει. Ο διμοιρίτης έδειξε τη γαλακτοειδή σπείρα του Γαλαξία. «Ο Βέγας», είπε, δείχνοντας σχεδόν πάνω απ’ τα κεφάλια τους, στις παρυφές των γαλακτικών ινών. «Ξέρεις», πρόσθεσε, «ο Δημόκριτος έδωσε πρώτος την ορθή επιστημονική εξήγηση της σύστασης του Γαλαξία: “Πολλών και μικρών και συνεχών αστέρων συμφωτιζομένων αλλήλοις συναυγασμός διά την πύκνωσιν”. Ωραιοτάτη διατύπωσις· οπωσδήποτε τη διακρίνει μια κάποια ποίησις». Αναθάρρησε ακούγοντας αυτή την κουβέντα, που δεν την περίμενε, έπειτα, όταν γέλασε λίγο, ο διμοιρίτης είπε ότι, κατά τον Ερατοσθένη, ο Γαλαξίας σχηματίστηκε όταν βρέφος ο Ηρακλής θήλαζε την Ηρα. «Ωσπου δάγκασε το βυζί της και η θεά έσπρωξε το βρέφος μακριά. Το γάλα της χύθηκε στον ουρανό. Μα την πίστη μου, η θεά θα πρέπει να είχε το γλυκύτερο βυζί στον κόσμο».

Παρέμεινε σιωπηλός. «Τη σκέφτεσαι ακόμα», του είπε τότε ο διμοιρίτης, ξαφνιάζοντάς τον. «Στον ύπνο σου», πρόσθεσε ο βαθμοφόρος, «λες τ’ όνομά της. Λιούμπα. Ρωσίδα, ε;». Ντράπηκε και χαμήλωσε το κεφάλι.

Το ξημέρωμα βρήκε τους δύο άνδρες κρεμασμένους στην κουπαστή. Τα Μουδανιά. Κάπου στο βάθος, βρίσκονταν τόποι και πόλεις που οι φήμες έλεγαν πως θα τις διεκδικούσαν με αίμα. Κάποιος παραδίπλα ανέφερε την τοποθεσία «Εσκί Σεχίρ». Πρώτη φορά που την άκουγαν κάποιοι. «Το βυζαντινό Δορύλαιο», εξήγησε ένας αξιωματικός. «Αυτά μας φάγανε», είπε ένας λοχίας κι έφτυσε στη θάλασσα. (συνεχίζεται)