ΒΙΒΛΙΟ

Ναζί, εγκληματίες πολέμου υπό τη σκέπη του Περόν

nazi-egklimaties-polemoy-ypo-ti-skepi-toy-peron-2104032

PHILIP KERR
Φλόγα που σιγοκαίει
μετ.: Γιώργος Κυριαζής
εκδ. Κέδρος, σελ. 504

«Το Μπουένος Αϊρες είχε την εικόνα και την οσμή που είχε κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα πριν από τον πόλεμο. Καθώς διασχίζαμε με το αυτοκίνητο τους πολυσύχναστους δρόμους, πήρα μια βαθιά ευφορική εισπνοή, γεμάτη καυσαέρια, καπνό πούρου, καφέ, ακριβή κολόνια, φρέσκα φρούτα, λουλούδια και χρήμα».

Μετά το Βερολίνο των εθνικοσοσιαλιστών, τη «Μοιραία Πράγα» και την αυτοκρατορική Βιέννη, ο Φίλιπ Κερ διαλέγει ως σκηνικό της νέας αστυνομικής του περιπέτειας το Μπουένος Αϊρες της δεκαετίας του πενήντα, «την πόλη των Ιταλών μεταναστών, των θλιμμένων γυναικών και του τάνγκο».

Το διάσημο πια δημιούργημά του, ο Βερολινέζος αστυνόμος Μπέρνι Γκούντερ -επιθεωρητής του τμήματος ανθρωποκτονιών-, μετά τη συντριβή της Γερμανίας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βρίσκει προσωρινό καταφύγιο στην Αργεντινή του Χουάν και της Εβίτα Περόν. Η καριέρα του στην αστυνομία έχει κηλιδωθεί από τη συμμετοχή του στα Ες Ες και κανένας από τους διώκτες του στο διχοτομημένο Βερολίνο δεν θυμάται το λαμπρό παρελθόν του και τις επιτυχίες του στη δίωξη του εγκλήματος. Κανένας στην Ευρώπη· στην Αργεντινή όμως οι συνάδελφοί του είναι πλήρως ενημερωμένοι για τη δράση του, όπως και για την παράνομη είσοδό του στη χώρα συνοδεύοντας τον καταζητούμενο για εγκλήματα πολέμου Αντολφ Αϊχμαν.

Ο αστυνόμος Μονταλμπάν, που έχει αναλάβει να παρακολουθεί τη ζωή των «φιλοξενούμενων» ναζί, θα γίνει και η σκιά του Γκούντερ. Ωστόσο γρήγορα θα χρειαστεί τα φώτα του. Η δολοφονία ενός νεαρού κοριτσιού, ο τεμαχισμός του πτώματος και γενικά οι συνθήκες του αποτρόπαιου φονικού θυμίζουν έντονα μια σειρά ανθρωποκτονιών στο Βερολίνο του 1932-33, που ο Γκούντερ δεν είχε καταφέρει να διαλευκάνει αφού είχαν σχέση με αξιωματούχους του ναζιστικού κόμματος. Οι Αργεντινοί αστυνομικοί, που δεν θέλουν την επανάληψη παρόμοιων εγκλημάτων στον τόπο τους, θα προσπαθήσουν να αποκαταστήσουν την ασφάλεια στις κακόφημες περιοχές του Μπουένος Αϊρες, χωρίς όμως να θίξουν στο ελάχιστο όσους Γερμανούς αξιωματικούς προσφέρουν αθόρυβα τις υπηρεσίες τους στην κυβέρνηση του Περόν. Αντιθέτως ο Γκούντερ, στην προσπάθειά του να εξιλεωθεί για τις εν όπλοις αμαρτίες του, δεν αισθάνεται ότι δεσμεύεται από τον στρατιωτικό κώδικα τιμής.

Οπως πάντα ο Κερ προσπαθεί να γράψει ένα αστυνομικό μυθιστόρημα στο οποίο η λογοτεχνικότητα του κειμένου και η προβολή των «μαύρων σελίδων» της Ιστορίας είναι, ή φαίνονται, πιο σημαντικές από τη διερεύνηση των δολοφονιών και χρήζουν ιδιαίτερης «μεταχείρισης». Αυτή τη φορά στοχεύει στο να αναδείξει μέσα από την παράλληλη δράση του αστυνόμου Γκούντερ και του Αργεντινού συναδέλφου του Μονταλμπάν ακόμη ένα θέμα-ταμπού της σύγχρονης αργεντίνικης ιστορίας: το άσυλο που παρείχε η κυβέρνηση του Χουάν Περόν -όπως και οι κυβερνήσεις άλλων λατινοαμερικανικών χωρών- σε γνωστούς εγκληματίες πολέμου, ανώτατα στελέχη του ναζιστικού κόμματος. Χαρακτηριστικότερα παραδείγματα, ο υπεύθυνος για την εφαρμογή της «Τελικής λύσης» Αντολφ Αϊχμαν (συνελήφθη από την ισραηλινή Μοσάντ το 1960 και εκτελέστηκε) και ο διαβόητος δρ Μένγκελε, ο γιατρός-χασάπης του Αουσβιτς, που απέφυγε τελικά τη σύλληψη ώς τον θάνατό του.

Φυσικά, αυτοί οι δύο ήταν απλώς η «κορυφή του παγόβουνου». Τους ακολουθούσε αθέατη μια στρατιά μεταμφιεσμένων αξιωματούχων οι οποίοι στελέχωσαν διάφορες παραστρατιωτικές οργανώσεις και συνέβαλαν αποφασιστικά στην πάταξη του αριστερού προοδευτικού κινήματος όταν αυτό γιγαντώθηκε τις δεκαετίες του εξήντα και του εβδομήντα σε ολόκληρη τη Νότια Αμερική. Σε μια τέτοια παραστρατιωτική οργάνωση καταλήγουν και οι έρευνες του απότακτου επιθεωρητή Μπέρνι Γκούντερ, μερικά χρόνια νωρίτερα, αναζητώντας τον παρανοϊκό δολοφόνο της τεμαχισμένης έφηβης.

Ο Φίλιπ Κερ με την αφηγηματική του δύναμη κερδίζει ακόμη μια φορά το «στοίχημα» της λογοτεχνικότητας, ωστόσο μετράει απώλειες στην εμβάθυνση της Ιστορίας καθώς αντιμετωπίζει λιγάκι σχηματικά προσωπικότητες όπως ο Μένγκελε και ο Αϊχμαν.

Η μυθοπλασία του είναι αληθοφανής μέχρι να φτάσει στον βίο και την πολιτεία των Γερμανών φυγάδων, από εκεί και πέρα οι ήρωές του αποκτούν μια αδικαιολόγητη «ελαφράδα», που δεν θα τη συναντήσει ο αναγνώστης στο έργο του πεζογράφου Εδγάρδο Κοζαρίνσκι, όταν καταπιάνεται κι αυτός με το πρόσωπο του δρος Μένγκελε στο αριστουργηματικό μυθιστόρημά του «Μακριά από πού». Αναλογιζόμενος τις εξαίσιες μουσικές του τάνγκο, θα έλεγα ότι η διαφορά του νεότερου Κερ από τον παλαίμαχο Κοζαρίνσκι είναι η διαφορά του ακορντεόν από το μπαντονεόν! Το ακορντεόν στο τάνγκο ακούγεται χαρούμενο, το μπαντονεόν παράγει έναν ήχο βαθύ και δραματικό. Αυτός ακριβώς ο δραματικός «ήχος» λείπει από το κατά τα άλλα έξυπνο μυθιστόρημά του που διαβάζεται απνευστί.