ΒΙΒΛΙΟ

Οδοιπορικό θανάτου και αβάσταχτης απώλειας

odoiporiko-thanatoy-kai-avastachtis-apoleias-2105130

ΚΑΤΙΑ ΠΕΤΡΟΦΣΚΑΓΙΑ
Νομίζω την έλεγαν Εστερ
μτφρ. Καρίνα Λάμψα – Παυλίνα Δηράνη
εκδ. Καπόν, σελ. 222

Η Ουκρανή Κάτια Πετρόφσκαγια, που ζει και εργάζεται από το 1999 στο Βερολίνο, κατόρθωσε με το πρώτο της αυτοβιογραφικό βιβλίο –υπό τον τίτλο «Νομίζω την έλεγαν Eστερ»– να αποσπάσει την περασμένη χρονιά ένα από τα σημαντικότερα βραβεία της γερμανόφωνης λογοτεχνίας, εκείνο που φέρει το όνομα της αδικοχαμένης πεζογράφου Ι. Bachman.

Το έργο της, αν και τιμήθηκε ως πεζογράφημα, είναι ένα υβριδικό είδος, κάτι μεταξύ μαρτυρίας, δημοσιογραφικής έρευνας και βιογραφίας. Σε πολλά σημεία μάς θυμίζει έντονα το βιβλίο του Αμερικανοεβραίου Ντάνιελ Μέντελσον «Οι Χαμένοι – Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια» (Πόλις). Και αυτό δεν είναι τυχαίο, αφού και των δυο, οι εβραϊκές τους οικογένειες κατάγονται από την ίδια περιοχή και όλα σχεδόν τα μέλη τους είχαν την ίδια τύχη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Οπως ο Μέντελσον ξεκινά από τις ΗΠΑ για να ανακαλύψει τους χαμένους προγόνους του στο μακρινό Μπόλεχοφ της Ουκρανίας, έτσι και η νεαρή Κάτια, γεννημένη στο Σοβιετικό Κίεβο το 1970, ξεκινά μετά την πτώση του ανατολικού μπλοκ τη δική της περιπλάνηση στην Κεντρική Ευρώπη.

«Εάν δεν είχε υπάρξει η περεστρόικα δεν θα είχε υπάρξει κι αυτό το ταξίδι» σημειώνει.

Και των δυο συγγραφέων οι οικογένειες έχουν την ατυχία να κατάγονται από μια μονίμως διεκδικούμενη περιοχή της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, που κατακτήθηκε πρώτα από τους Πολωνούς, πέρασε ύστερα στην επικράτεια των Αψβούργων, μετά πάλι στα χέρια των Ρώσων, των Γερμανών, των Ουκρανών.

Κοινή συνισταμένη η εβραϊκή καταγωγή, το θρήσκευμα που πάντα τους ξεχώριζε από τους εκάστοτε χριστιανούς γείτονες.

Μόνο που η Κάτια Πετρόφσκαγια, μεγαλωμένη μέσα στην πατερναλιστική «αγκαλιά» του σοβιετικού κράτους, απληροφόρητη για τα πραγματικά γεγονότα, αποκομμένη από τις θρησκευτικές της ρίζες, θα δοκιμάσει ένα πρωτόγνωρο σοκ όταν έρθει αντιμέτωπη με τη γυμνή αλήθεια, συνειδητοποιώντας, όπως γράφει, καθυστερημένα ότι «ως απόγονος του εβραϊκού λαού», εκτός από την αναζήτηση χαμένων τάφων τίποτα σχεδόν δεν την συνδέει με αυτόν.

Σύμφωνα με το γενεαλογικό της δέντρο, μακρινός πρόγονος και γενάρχης είναι ο Σιμόν Γκέλερ, που το 1860 ίδρυσε την πρώτη σχολή για κωφαλάλους στη Βιέννη. Από τη Βιέννη η σχολή φαίνεται πως περιπλανήθηκε σε παλαιά και νέα εδάφη της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας για να καταλήξει στις αρχές του 20ού αιώνα στη Βαρσοβία. Η γιαγιά της θα γεννηθεί στην πολωνική πρωτεύουσα, αλλά θα μεγαλώσει με τους γονείς της στο Κίεβο. Εκεί θα σπουδάσει λογοθεραπεύτρια και θα γίνει ειδικευόμενη παιδαγωγός κωφών παιδιών.

Στον Μεσοπόλεμο, παρά την επικράτηση των μπολσεβίκων, οι οικογενειακοί δεσμοί παραμένουν ισχυροί και η επαφή με τα συγγενικά πρόσωπα που παρέμειναν στην Πολωνία διατηρείται ως και την εισβολή των γερμανικών στρατευμάτων. Δυο χρόνια αργότερα οι περισσότεροι συγγενείς της Κάτιας θα θανατωθούν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, αφού πρώτα περάσουν από τα γκέτο της Βαρσοβίας, του Λιούμπλιν και του Λοτζ.

Ο μικρότερος κλάδος της οικογένειας που εγκαταστάθηκε στο Κίεβο θα έχει λίγο καλύτερη τύχη. Οσοι δεν εκτελεστούν στη μεγάλη σφαγή του Μπάμπι Γιαρ, θα στρατευθούν στον αντιφασιστικό αγώνα και θα επιβιώσουν περνώντας «διά πυρός και σιδήρου».

Ο πατέρας της, με χιουμοριστική διάθεση θα της εξομολογηθεί: «πάντα επιθυμούσα να ασχοληθώ με την Ιστορία, όμως ποτέ δεν ήθελα να ασχοληθεί εκείνη μαζί μου»!

Για την Κάτια Πετρόφσκαγια, η ενδελεχής έρευνα θα εξελιχθεί σε μάθημα αυτογνωσίας. Τα ίχνη των χαμένων θείων και εξαδέλφων που αναζητεί στα πολωνικά και γερμανικά αρχεία, στα στρατόπεδα του Αουσβιτς και του Μαουτχάουζεν, είναι η αφορμή μάλλον για να συνθέσει ένα οδοιπορικό θανάτου και αβάσταχτης απώλειας, μια ύστερη ματιά στην κατακερματισμένη Ανατολική Ευρώπη.