ΒΙΒΛΙΟ

Εγκώμιο του βάδην

egkomio-toy-vadin-2106396

Ονορέ ντε Μπαλζάκ
Θεωρία του βαδίσματος
Εισαγωγή-μετάφραση:
Γεωργία Ζακοπούλου
εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2015

Ο Βέρθερος, που εμπνέει σε απόλυτο βαθμό τον Ρολάντ Μπαρτ στα «Αποσπάσματα του Ερωτικού Λόγου», λίγο προτού επιστρέψει στη γενέτειρά του, απογοητευμένος από τον άτυχο έρωτά του προς τη Λότε, κατεβαίνει από την άμαξα για να γευτεί περπατώντας κάθε ανάμνηση σαν κάτι το νέο, το ζωντανό. Με την κίνηση αυτή, ήρωας και συγγραφέας, «συναντούν» τους μεγάλους περιπατητές στα «μονοπάτια του στοχασμού»: Νίτσε, Σοπενχάουερ, Ρουσό, Ρεμπό, Καντ, Χάιντεγγερ. Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ μας προσφέρει, με σταθερό βηματισμό, μία θεωρία, αλλά κι ένα εγκώμιο του βαδίσματος, με τον γνωστό πνευματώδη, ενίοτε περιπαικτικό, αλλά πάντα ενδελεχή τρόπο του γαλλικού esprit, αναζητώντας την «επιστήμη της κίνησης» στην πιο απλή, φυσιολογική της μορφή, σε εκείνα τα πολιτισμικά πλαίσια του 19ου αιώνα, όπου ο αριστοκράτης μετακινείται με την άμαξα και ο πολίτης με τα πόδια. Κατ’ ουσίαν, όμως, προοικονομεί μία άλλη, σημαντικότερη θεωρία, εκείνη της περιπλάνησης στη μητρόπολη, ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου («δεν έχει άραγε κάποια αξία το να βρει κανείς στο Παρίσι, σ’ ένα έδαφος τόσο εξαντλημένο, ένα κοίτασμα από το οποίο να μπορεί ακόμη να εξαχθεί ένα ψήγμα χρυσού;»), ό,τι αργότερα ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα χαρακτηρίσει τις (μετα)κινήσεις του πλάνητα στον λαβύρινθο της πόλης σαν «βοτανολογώντας την άσφαλτο».

Ο Μπαλζάκ εκκινεί βασικά από την παράδοση της «περιπατητικής φιλοσοφίας», ακόμα κι όταν αναφέρεται αποσπασματικά μόνο σε αυτήν τη Σχολή. Κατ’ ουσίαν όμως, μαζί με τα βήματά του, αφουγκράζεται -κυριολεκτικά- τον βηματισμό της ανθρώπινης σκέψης στον χώρο και τον χρόνο. Αναζητεί τις κινητήριες δυνάμεις, τη φυσιολογία της κίνησης, τα κίνητρα, τους νόμους, τους αισθητικούς κώδικες, κυρίως στη θηλυκή εκδοχή τους («Οταν περπατούν οι γυναίκες, μπορούν να τα δείχνουν όλα, αλλά να μην αφήνουν κανέναν να δει τίποτα») τις απεριόριστες δυνατότητες που παρέχει στον άνθρωπο το περπάτημα, θεωρώντας το εξαρχής ως «διαγνωστικό εργαλείο» και συστατικό της ταυτότητάς του, σε μια αντιστοιχία με τη φυσιογνωμία («το βάδισμα είναι η φυσιογνωμία του σώματος»). Ανάμεσα στη φύση (των πραγμάτων) και τη φυσική (των σωμάτων) ο συγγραφέας της «Θείας Κωμωδίας» διακωμωδεί τα συμπαρομαρτούντα, αλλά και διεισδύει με ένα κρεσέντο παρατηρήσεων, ταξινομήσεων και επαγωγών στον κόσμο της σκέψης που κινείται στον ρυθμό των βημάτων: ένας μετεωρισμός ανάμεσα «στο μέτρο του επιστήμονα και στον ίλιγγο του τρελού».

Στις σελίδες του, ο αναγνώστης περιπλανάται στους δρόμους του Παρισιού και τις βιβλιοθήκες του συγγραφέα, καθώς ξεχωρίζει «12 κανόνες της κίνησης», κυρίως όμως, σαν τον Κοντορεβυθούλη, εντοπίζει «πολύτιμους λίθους» μπαλζακικού πνεύματος, που τον οδηγούν και τον καθοδηγούν, άλλοτε συνειδητά κι άλλοτε υποσυνείδητα (ενίοτε και εν αγνοία του), στην αφετηρία και το τέρμα κάθε ανθρώπινης υπόστασης και μοίρας: σε μία αέναη κίνηση από τη ζωή στον θάνατο, του ανθρώπου που βαδίζει σκεπτόμενος, αλλά και περπατά αμέριμνος, στην πόλη και τον κόσμο. Διόλου τυχαία, το βάδην είναι και το εξαντλητικότερο άθλημα στον κλασικό αθλητισμό.