ΒΙΒΛΙΟ

Αφανείς και λησμονημένοι

afaneis-kai-lismonimenoi-2107034

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΠΕΤΣΑ
«Μόνο το αρνί»
εκδ. Πόλις

Η ​​ελληνική επαρχία είναι βαριά, ασάλευτη θαρρείς. Σαν να αρνείται την αλλαγή, την ίδια ώρα που γκρεμίζει τα οδόσημα και καταργεί τους σηματοφόρους της. Με διαδοχικούς τροπισμούς μεταμορφώνεται καλειδοσκοπικά, και κάποτε σταθεροποιείται, κατά κανόνα στρεβλά, σε μια εικόνα που συναιρεί παρόν και παρελθόν, επιφανειακά λεία και στατική, όμως στο βάθος ανάστατη από μνήμες, παραδομένη στον πνιγμένο σφαδασμό του ανέφικτου. Ανθρώπινες ζωές που αλώθηκαν, πρόσωπα που αλλοιώθηκαν, προσδοκίες που αναλώθηκαν, άκαρπες. Ενα δράμα που συνεχίζει να εκτυλίσσεται, χωρίς κορυφώσεις πια.

Στα διηγήματα της τελευταίας συλλογής της Βασιλικής Πέτσα –που έκανε αίσθηση με το πρώτο βιβλίο της, τη νουβέλα «Θυμάμαι», κομματιάζοντας τον μύθο της αθωότητας της εφηβικής ηλικίας και αργότερα, με τη συλλογή διηγημάτων «Ολα τα χαμένα» υπέγραψε μια σπουδή στην απώλεια– οι ήρωες είναι βουβά ανδρείκελα της ιστορίας ή του πεπρωμένου, αφανείς μάρτυρες μιας μεταβατικής εποχής, από τη δεκαετία του ’40 ώς τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης. Ηρωικοί αντάρτες που πηγαίνουν από όλμο την ώρα που σκύβουν για να πιουν νερό (άραγε πρόλαβαν να ξεδιψάσουν;), παιδιά που αίφνης συνειδητοποιούν ότι οι λέξεις έχουν σημασίες ικανές να τα κεραυνοβολήσουν, άνδρες που ασφυκτιούν στη βαριά μικροαστική ατμόσφαιρα του σπιτικού τους, προδότες ενός πριν που δεν κατάφεραν να το αναδεχτούν. «Προσφορά περί αμαρτίας» ο αμνός, το «αρνί» του τίτλου της συλλογής, με το οποίο, άλλωστε, κλείνει ο κυκλικός χορός αυτών των καθημαγμένων προσώπων. «Ανέγγιχτο απ’ των ανθρώπων τις χαρές, μα και τις λύπες», το αρνί λειτουργεί αντιθετικά προς τα ανθρώπινα βάσανα, όχι από αθωότητα, αλλά από αμεριμνησία. Βοσκάει κάτω από τον ήλιο, ανυποψίαστο για τη θυσία που σύντομα θα κληθεί να επιτελέσει, όπως ανυποψίαστοι είναι και οι ήρωες του βιβλίου πριν η ματαίωση τους ρημάξει – κυρίως ψυχικά.

Κινούμενη στο μεταίχμιο επινόησης και μαρτυρίας, μυθοπλασίας και ιστορικού συμβάντος, η Βασιλική Πέτσα χτίζει ιστορίες που δονούνται στον παλμό μιας αβίαστης, άκρως μουσικής γλώσσας, και όχι μόνο στο πρώτο διήγημα της συλλογής, το έξοχο «Κόραξ εξελθών» (άλλη μια βιβλική αναφορά – αυτή τη φορά στον κόρακα που απέστειλε ο Νώε μετά τον κατακλυσμό να δει «ει εξηράνθη το ύδωρ από της γης» και εκείνος «εξελθών, ουκ ανέστρεψεν», όπως δεν επιστρέφει ποτέ ο πολυφίλητος γιος, εύελπις, ήρωας του αλβανικού, κι αργότερα αντάρτης του ΕΛΑΣ, μια και ήταν γραφτό του «αφού τον πόλεμο έμαθε, από πόλεμο να πάει») στο οποίο η συγγραφέας χρησιμοποιεί το τοπικό ιδίωμα με εξαιρετική μαεστρία. Γλώσσα ασπαίρουσα και σπαρακτική, που καταφέρνει να παραμείνει πιστή στον κόσμο που αναπλάθει, κάπως διστακτική στο «Ο καθένας άλογο», όπου το κοριτσάκι που πρωταγωνιστεί παγιδεύεται ανάμεσα σε σημαίνοντα και σημαινόμενα παρασυρμένη από μια ειπωμένη από παιδικά χείλη φράση της οποίας μόνο το κίνητρο διακρίνει και όχι τη σημασία, ασθματική στο «Φίδι στον κόρφο», όπου αντιπαρατίθενται οι αδιέξοδες πραγματικότητες τριών μελών της ίδιας οικογένειας, εύπλαστη και εξίσου μουσική στο «Ανθρωποι και σκύλοι», μια ιστορία «χωριάνικη» (καθώς θα έλεγε και ο Σωτήρης Δημητρίου, άλλος ένας μάστορας της ντοπιολαλιάς), όπου το χωριό πνίγει με ποικίλους τρόπους τους ανθρώπους του.

Και βέβαια, δεν είναι μονάχα η γλώσσα αυτή που δίνει στα διηγήματα τον ιδιαίτερο τόνο τους. Είναι η ενσυναίσθηση και η τρυφερότητα με την οποία προσεγγίζει τους ήρωές της η συγγραφέας, αναδεικνύοντας πρόσωπα που ενδεχομένως τα όρισε η εποχή, αλλά που με παραλλαγές επιβιώνουν στο σήμερα. Μπορεί οι συγκρούσεις να μην είναι ίδιες, τα διλήμματα να έχουν μετατοπιστεί, όμως η εξορία που βιώνουν οι ήρωές της, είτε εσωτερική, είτε κοινωνική, είτε γεωγραφική, ταυτισμένη καθώς είναι με τον ψυχικό ακρωτηριασμό, την αυτολογοκρισία, την ενοχή, δεν είναι μια έννοια που εξέλιπε, μα που αιωρείται δυσοίωνα πάνω από τη ζωή του καθενός. Το τότε και το τώρα, το εδώ και το εκεί μπλέκονται αξεδιάλυτα· όσο για το μέλλον, αυτό είναι κάτι άπιαστο που όλοι μας καταδιώκουμε σαν σκυλιά, αγνοώντας πως η αλυσίδα που μας εμποδίζει να ξανοιχτούμε στο κυνήγι του είναι το παρελθόν μας.