ΒΙΒΛΙΟ

Ο μύθος της βροντής

22s2gri

​​«Στα σαράντα πέντε του έχει ήδη τρία παιδιά κι έχει θάψει άλλο ένα. Νυμφευμένος από τα είκοσι τέσσερά του, ένα μόλις χρόνο μετά την απόλυσή του από τον στρατό, τραπεζικός αρχικά, επιχειρηματίας πλέον», λέει ο κύριος Γκρι. «Σου υποσχέθηκα να σου πω πώς επέζησε το ’19-’22 για να χαθεί εκατό μέτρα απ’ το σπίτι του».

Ιανουάριος του ’44. Ο 45χρονος άνδρας επιστρέφει σπίτι, συντροφιά με έναν ξάδελφό του, την ώρα του δειλινού, βαστώντας ένα πλεχτό γεμάτο πορτοκάλια, για τον κρυολογημένο γιο του. Οι δύο άνδρες κατεβάζουν τις ρεπούμπλικες και σηκώνουν τους γιακάδες των παλτών τους. Νυχτώνει· το κρύο είναι διαπεραστικό. Αλλά ο χειμώνας της Αιτωλοακαρνανίας, λέει εκείνος στον ξάδελφό του, δεν είναι τίποτα μπροστά σ’ εκείνον της Μικράς Ασίας.

Ο ξάδελφος κοιτάζει πίσω του κάθε τόσο ανήσυχος. Εκείνος δεν δίνει σημασία παρά μνημονεύει το κρύο του Μαρτίου του 1921, αναπολώντας κι ένα χαμάμ της Προύσας, γεμάτο υδρατμούς και σπαστά γυναικεία μαλλιά πάνω σε γυμνούς, λείους ώμους. Δύο Γερμανοί στρατιώτες με δίκοχα μπαίνουν ανάμεσά τους και τους χωρίζουν για λίγο, προσπερνώντας τους βιαστικά. Ο ξάδελφος κοιτάζει πάλι πίσω του. Μέσα στο μούχρωμα, διακρίνει σκιές. «Μας παρακολουθούν», ψιθυρίζει ο ξάδελφος. «Και δεν είναι Γερμανοί». «Δεν έχουμε κάνει τίποτα για να μας παρακολουθούν», λέει εκείνος.

Λίγα βήματα ακόμη. Αυτός που περπατά νευρικά πίσω τους, ξετυλίγει με σπασμωδικές κινήσεις μια τσαλακωμένη εφημερίδα· το πιστόλι που κρατάει γυαλίζει μέσα στο μισοσκόταδο. Μία σφαίρα αρκεί για να κατρακυλήσουν τα πορτοκάλια στον χωμάτινο δρόμο.

Ο πυροβολισμός ακούγεται στ’ αυτιά του κεραυνόπληκτου άνδρα σαν εκκωφαντική βροντή. Αμέσως καταλαβαίνει τι του συμβαίνει, το ψελλίζει και στον ξάδελφό του: «Με σκότωσαν». Πεσμένος στον δρόμο, σαν να βλέπει τα παιδιά του, τη γυναίκα του, τη μάνα του, που του έλεγε πως η βροντή συνέβαινε επειδή τα σύννεφα τσουγκρίζουν μεταξύ τους. Τι παράξενο να θυμάται κάτι τέτοιο, τώρα, καθώς σβήνει. Κι έπειτα, τον δάσκαλο στο Σχολαρχείο να τον διδάσκει πως η διαδεδομένη αυτή άποψις προέρχεται από τον Αριστοτέλη, που έκανε λόγο «περί “ξηράς εκπνοής” τρόπιν τινά η οποία απελευθερώνει ένα ψυχρό νέφος τη στιγμή που συγκρούεται με τα γειτονικά του νέφη. Φυσικά, σήμερα γνωρίζουμε ότι η ποιητική αυτή σύλληψις είναι εντελώς εσφαλμένη».

Από πάνω του περνούν τα πρόσωπα των ανθρώπων που φόνευσε στον Σαγγάριο – η ανδραγαθία για την οποία δεν μίλησε ποτέ· βλέπει τα κορίτσια που ερωτεύθηκε κάποτε, εκείνη η Ρωσίδα, για την οποία δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν, η ξανθή κοπέλα, σαν μια ανήσυχη θάλασσα, να του ψιθυρίζει συνεχώς πως παρά τα σφάλματα, τις αστοχίες, τις αδικίες, τις ταπεινώσεις που είχε υποστεί, παρά τον πόνο που προκάλεσε σε άλλους με τη σκληρότητά του, κάθε διαδρομή που είχε διανύσει ώς τώρα είχε τη δικαιοσύνη της και για λίγο, πολύ λίγο θρυμματίστηκε σε αμέτρητα, μικρά, ταπεινά νέφη, μέσα σε ένα πρωινό βουβό και γαλήνιο, με την αλλόκοτη βεβαιότητα πως ποτέ, τίποτα δεν τελειώνει. (Συνεχίζεται)