ΒΙΒΛΙΟ

Τα σύνορα του κράτους δικαίου και οι πρόσφυγες

sunora

Η​​ αντίφαση είναι σαφώς ανυπέρβλητη: την ίδια ώρα που όλη η ρητορική της παρούσας κυβέρνησης, από την πρώτη στιγμή που ανέλαβε την εξουσία, έχει υποτίθεται να κάνει με την υπεράσπιση της εθνικής κυριαρχίας (από τα επάρατα μνημόνια και την ξένη κηδεμονία), την ίδια στιγμή ο τρόπος διαχείρισης των προσφυγικών ροών στα ανατολικά σύνορα του ελληνικού κράτους είναι προβληματικός. Αφού πρώτα για μήνες εφάρμοσε ανεπίσημα την πολιτική των ανοικτών συνόρων, έφθασε σήμερα να παζαρεύει την αυτονόητη καταγραφή των εισερχόμενων προσφύγων και μεταναστών στα λεγόμενα «χοτ σποτ», με αντάλλαγμα τη μείωση του ΦΠΑ στην Πάρο, στη Μύκονο και στα άλλα νησιά. Και αν δεν της μειώσουν τον ΦΠΑ; Α όχι, η «εθνική κυριαρχία» δεν είναι ένα τρένο, από το οποίο πηδάς όποτε θελήσεις.

Η αντίληψη της ελευθεριακής Αριστεράς είναι ασφαλώς γνωστή από παλαιότερα, και συμπυκνώνεται στο σύνθημα που βλέπει κανείς συχνά σε τοίχους της Αθήνας: «Τα σύνορα είναι μια χαρακιά και μια πληγή στο σώμα του πλανήτη». Και από αυτή την άποψη δεν εκπλήσσεται κανείς. Τι γίνεται, ωστόσο, όταν η αδήριτη πραγματικότητα σου χτυπά την πόρτα, και ξαφνικά συνειδητοποιείς ότι η πόρτα αυτή δεν μπορεί να μείνει ορθάνοιχτη και ανεξέλεγκτη, όσο κι αν πέρασες την εφηβεία σου με το «Imagine all the people»;

Σε ένα αιρετικό δοκίμιό του με τίτλο «Εγκώμιο των συνόρων» (εκδ. Εστία), ο Γάλλος διανοούμενος Ρεζίς Ντεμπρέ, ο οποίος είχε βιώσει κάποτε στο πετσί του τι σημαίνει ελευθεριακή κουλτούρα, σημειώνει: «Είναι επώδυνο να αντιλαμβάνεσαι τον κόσμο όπως είναι, και ευχάριστο να τον ονειρεύεσαι όπως τον επιθυμείς». Και συνεχίζει: «Ενώ όλοι εξυμνούν το ανοιχτό πνεύμα» και η showbiz σιγοτραγουδάει only one world, τα κράτη του ΟΗΕ έχουν τετραπλασιαστεί από την ίδρυσή του, μάλιστα από το 1991 και μετά, χαράχτηκαν στην Ευρώπη και την Ευρασία 27.000 χιλιόμετρα νέων συνόρων. Και όχι μόνο αυτό, οι συνοριακές διαφορές μεταξύ κρατών παραμένουν πάντα παρούσες, και είναι πάνω από 25 αυτές που μπορούν να χαρακτηριστούν σήμερα σοβαρές.

Ας ζητήσουμε, λοιπόν, συγγνώμη που χαλάμε το όνειρο σε όσους αγάπησαν τον μύθο του Φιλέα Φογκ, αλλά αυτός ο κόσμος των παγκόσμιων ψηφιακών συνδέσεων, των υπερεθνικών πειρατών του Διαδικτύου και του skype, είναι ταυτόχρονα τόσο μα τόσο παραδοσιακός και κλεισμένος στην πραγματικότητα των πολλών εθνικών «εγώ» του.

Βεβαίως, για να είμαστε ειλικρινείς, η θεμελιώδης αυτή αντίφαση δεν είναι μόνο της κυβερνώσας Αριστεράς μας. Είναι του έμπλεου αντιφάσεων μεταμοντέρνου κόσμου μας, ο οποίος καλείται ακριβώς να συμβιβάσει δύο ασυμβίβαστες (;) πραγματικότητες: από τη μία την πραγματικότητα του σύγχρονου κράτους –με τα σύνορά του, πάντα– που είναι και η μόνη οντότητα που μπορεί να διασφαλίσει σήμερα στα υποκείμενα τα βασικά πολιτικά δικαιώματα. Και από την άλλη, την πανίσχυρη ιδεολογία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (ένα κολοσσιαίο ζήτημα), βασικό μέρος των οποίων είναι ότι το εκ γενετής ελεύθερο υποκείμενο μπορεί να μετακινείται χωρίς περιορισμούς στον χώρο, εντέλει στον πλανήτη στον οποίο γεννήθηκε. Η έκδηλη αμηχανία τής Ευρώπης απέναντι στο κύμα των προσφύγων που την κατακλύζει, εκκινεί από αυτή την κατανοητή αδυναμία συγκερασμού δύο πανίσχυρων ευρωπαϊκών παραδόσεων. Ανάμεσα στα περιοριστικά σύνορα και στα απεριόριστα δικαιώματα, πώς μπορεί να βρεθεί μέση οδός;

Μάλλον το λησμονούμε, αλλά η Ευρωπαϊκή Ενωση που τόσο λοιδορείται είναι (μαζί με τη Βόρεια Αμερική και τις Αυστραλία, Ιαπωνία) τα μόνα κράτη δικαίου άξια του ονόματός τους στον κόσμο. Μάλιστα, η νέα πολεμική αναστάτωση στη Μέση Ανατολή φρόντισε να μας υπενθυμίσει και τον ιδρυτικό λόγο της Ενωσης στη Γηραιά Ηπειρο: την αποφυγή νέων αιματηρών πολέμων και νέων εθνοκαθάρσεων και ολοκαυτωμάτων.

Ο γράφων δεν υποστηρίζει ότι υπάρχει εύκολη απάντηση στο πρόβλημα. Διατυπώνει απλώς και τη δική του απελπισία. Θα μπορούσαμε όμως να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα. Να αντιμετωπίσουμε τα σύνορα του Αιγαίου όχι μόνο ως κρατικά-εθνικά σύνορα αλλά ως σύνορα ενός οιονεί ενιαίου ευρωπαϊκού κράτους δικαίου, του μόνου στον σύγχρονο κόσμο που μπορεί να διασφαλίσει την ειρήνη και τη δημοκρατία. Και η κυβέρνηση να αρχίσει συστηματικά να καταγράφει αυτούς τους βασανισμένους ανθρώπους που περνούν αυτό το «πολιτικό» σύνορο, δίνοντας πρώτα απ’ όλα στους ίδιους υπόσταση και αξία. Ας μην αυταπατόμαστε, μόνο η οικονομία είναι παγκοσμιοποιημένη, όχι ακόμη η πολιτική.

* Αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, δ/ντής του ΠΜΣ, «Διακυβέρνηση & Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της ΝΕΑΣ ΕΣΤΙΑΣ