ΒΙΒΛΙΟ

Δελτίο ειδήσεων και καταδύσεων

Δελτίο ειδήσεων και καταδύσεων

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΣΚΑΛΙΔΗ
Γραφείον ο φόβος
εκδ. Πόλις

Τ​​ο ξέρουμε. Το βλέπουμε. Το λέμε. Το ακούμε παντού. Είμαστε δυστυχισμένοι, ή, έστω, ζούμε σε μια χώρα που δυστυχεί. Τελευταία το διαβάζουμε κιόλας, όχι μόνο σε άρθρα και πολιτικές αναλύσεις, αλλά και στη λογοτεχνία, που όσο υποσκάπτει τόσο υποδέχεται την πραγματικότητα. Γεμάτη από ελληνική πραγματικότητα είναι και η πρόσφατη νουβέλα της Σταυρούλας Σκαλίδη. Κατερειπωμένες ζωές στριμωγμένες στις πιο άφεγγες κόγχες της πόλης, ενδεείς ψυχισμοί, τρεμάμενες ελπίδες, μιζέρια, σαπίλα, διαφθορά και πολλή βία, παραβατική και έννομη, αναπαριστούν στις σελίδες την ελληνική δυστυχία. Ο κεντρικός ήρωας, μολονότι δυσπιστεί στην ανθεκτικότητα της ανθρωπιάς, διατηρεί ακλόνητη την πίστη του στο κακό. Η πολύχρονη θητεία του στο αστυνομικό ρεπορτάζ τον είχε πείσει για την πολυμορφία και πολυπροσωπία του εγκλήματος.

Ηταν ανέκκλητα αποκαρδιωμένος από «το μέγεθος της παράνοιάς μας. Της απανθρωπιάς μας. Της φρίκης μας». Ο κόσμος τον έπνιγε. «Ο κόσμος από παντού».

Για να αποδώσει τη φωνή του αφηγητή, ενός τύπου «της άγριας πιάτσας», μπουχτισμένου από το αίμα και την ανεπίδεκτη καθαρμού ανθρώπινη φύση, η Σκαλίδη αλιεύει ιδιοσυγκρασιακά στερεότυπα από ντετέκτιβ νουάρ μυθιστορημάτων. Ετσι, ο ήρωάς της ακούγεται κουρασμένος, απελπισμένος και κυνικός, ενώ απρόσμενα βρίσκεται παγιδευμένος σε πλεκτάνες που αδυνατεί να εξιχνιάσει και κεντρίζουν τα ερευνητικά του ανακλαστικά. Και επειδή γραφείο του είναι ο δρόμος, ο φόβος και τρόμος του, παίρνει τους δρόμους της Αθήνας προς άγραν αγνώστων θυτών, οι οποίοι φαίνεται να τον καταδιώκουν. Σε πείσμα των αλλεπάλληλων συμπτώσεων, όλων εις βάρος του, και της επιζήμιας έξης του στους τόπους του εγκλήματος (γεννημένος αυτόπτης μάρτυρας), ο αφηγητής αποζητά την αλήθεια και τη δικαιοσύνη προκειμένου ο κόσμος να γίνει λίγο πιο κατανοητός. Ωστόσο, κύριο ζητούμενο δεν είναι η αποκατάστασή τους, την οποία φέρουν εις πέρας οι τελευταίες σελίδες, αν και κάπως άτσαλα, ενίοτε και με κατάχρηση της ποιητικής αδείας.

Η Σκαλίδη εξεικονίζει ένα άραχλο αστικό τοπίο που στεγάζει και παροξύνει την κρίση ταυτότητας του ήρωά της. Γύρω του βυσσοδομεί «το κακό της ειδησεογραφίας», ποινικοί και τρομοκράτες συναλλάσσονται υπογείως, νονοί της νύχτας συνεταιρίζονται με χρυσαυγίτες, έμποροι ναρκωτικών ξεκαθαρίζουν μαφιόζικα τους λογαριασμούς τους, «υβριδικά φασιστοειδή» αναλαμβάνουν την προστασία επιχειρηματιών, όταν δεν σκοτώνουν μετανάστες και δεν δραστηριοποιούνται ιδίοις χερσί σε άλλες επιχειρήσεις της νύχτας. «Και το κράτος από κοντά με τα λογής παραμάγαζά του». Ο αφηγητής φαντασιώνεται πως ματώνει τα χέρια του, σπάζοντας τα αόρατα κάτοπτρα του γυάλινου κόσμου του. Πελαγοδρομώντας στους δαιδάλους της παρανομίας και διερωτώμενος τι θα μπορούσε να αντιτάξει ως άτομο, αντιλαμβάνεται πως δεν άντεχε οτιδήποτε μεγάλο. Δειλός των πράξεων, θρασύς των λέξεων.

Η αφήγηση εκτυλίσσεται σαν ένα εκτεταμένο ρεπορτάζ για τη βία των ημερών. Το προς εξιχνίαση μυστήριο, αδύναμο να στηρίξει έναν ασθενή μυθοπλαστικό σκελετό, έρχεται να προστεθεί στον αχταρμά των συμφορών, που απορρυθμίζουν συνειδησιακά τον αστυνομικό συντάκτη. Ο τελευταίος υποστηρίζει ότι απολύθηκε από την εφημερίδα, όπου έγραφε, επειδή αρνήθηκε να κάνει μελό μια τραγωδία, αν και μάλλον υπήρξε, όπως σκέφτεται, «θύμα της γενικότερης ασυνταξίας». Αν η δεύτερη υποψία μοιάζει πιθανή, η πρώτη δύσκολα γίνεται πιστευτή, καθώς συχνά η μαγκιά του κυνισμού κατατροπώνεται από το μελό της γυναικείας γραφής. Οταν, λόγου χάριν, ο ήρωας μιλάει για μπουρμπουλήθρες που αφρίζουν μέσα του, για «ολόγιομα μάτια» και «ψιχαλισμένη όραση», για το καταραμένο του κάρμα, για τα «καταπράσινα συναισθήματα» της σαλεμένης από την πολλή Ανατολή συντρόφου του και τις δικές του μαύρες τρύπες που καταπίνει για να σταθεί στο πλάι της αβαρής, δεν θυμίζει ιδιαίτερα μπαρουτοκαπνισμένο αρσενικό. Οταν δε απευθύνεται στη νεογέννητη κόρη του, η ανδρική του φωνή έχει εντελώς σιγήσει. Από την άλλη, η γενική ασυνταξία όντως τον έπληξε. Αλλιώς δεν καταλαβαίνω τη λυρική έξαρση που τον κάνει να ομολογεί: «Με καίει η σιωπή που είμαι βυθισμένος ακόμα εγώ».