ΒΙΒΛΙΟ

Εξαλλη πατριδογραφία

exalli-patridografia-2113816

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗΣ
Η δύσκολη τέχνη
εκδ. Αντίποδες

Κ​​άποτε, πριν από λίγο καιρό, υπήρχε εκείνο το γκριζόμαυρο γκράφιτι σ’ έναν τοίχο του Πολυτεχνείου. Το ζοφερό δημιούργημα αποδείχτηκε ολιγόζωο και μέσα σε μερικές μέρες έσβησε κάτω από μια ωχρή ομοιομορφία που σύντομα αλώθηκε, όπως ήταν μοιραίο, από την πολυφωνία γκράφιτι οπωσδήποτε λιγότερο καλλιτεχνικών, εξίσου όμως θυμωμένων. Γιατί οι μουντζούρες είναι πάντα θυμωμένες.

Στο βιβλίο του Δ. Ελευθεράκη το μελανό σύννεφο στον τοίχο του Πολυτεχνείου παραμένει εκτός κινδύνου, αν και καθημερινά υπομένει τον εξάψαλμο ενός «δασκάλου», ενός αλλόκοτου ανθρώπου που θα μπορούσε να είναι «ένας κοινωνικός επαναστάτης, ένας τραγικός αντιήρωας, ένας καλλιεργημένος τραμπούκος. Ή απλώς ένας βλάκας». Ο συγγραφέας προτιμά το «ένας μελαγχολικός τρελός» και μέσα από τον μονόλογό του αναδεικνύει τόσο τη μελαγχολία όσο και την τρέλα του. Ο δάσκαλος παραληρεί αλλόφρων σαν να έχει υποστεί μιαν ασύλληπτη προσβολή που του είναι αδύνατον να αντιπαρέλθει. Δεν καταλαβαίνουμε ακριβώς αν η προσβολή έπληξε την αισθητική του ή το εθνικό του φρόνημα. Στον λόγο του συνωθούνται εξωφρενικές συναιρέσεις και συνεπαγωγές, ταραγμένες επαναλήψεις, παλινωδίες, αντιφάσεις, ταυτολογίες και έξαλλοι αφορισμοί.

«Στο χειρότερο μέρος της Ελλάδας, ανάμεσα στην πλατεία Ομονοίας και στην πλατεία Κάνιγγος, λίγο πιο κάτω από το Πεδίον του Αρεως», ένας ακατάσχετος θρήνος πιάνει τον δάσκαλο. Θρηνεί τη μετριότητα, το σπίλωμα της τέχνης, τη βεβήλωση της αισθητικής, τα γκράφιτι που λερώνουν τις κλασικές ευγενικές προσόψεις, την ιστορική λήθη, την αρχαιοκαπηλία, το συντριπτικό βάρος των μνημείων, τα βρόμικα Εξάρχεια, πρωτίστως, όμως, σπαράζει για την Ελλάδα, γιατί το να ζεις εδώ είναι η δύσκολη τέχνη. Είναι δύσκολο να χωράς τους ακάλυπτους και τα σκουπίδια κάτω από τον Παρθενώνα, πλάι στις Καρυάτιδες.

Ο Ελευθεράκης, ο οποίος περνά στον πεζό λόγο μετά από πέντε βιβλία ποίησης, έγραψε ένα κείμενο πυκνό και έντονο, βαθύτατα ειρωνικό που αλλάζει διαρκώς όψη, καθώς η ειρωνεία έγκειται ακριβώς στον υπαινιγμό του αντιθέτου. Παρωδία εθνικιστικού παροξυσμού, θρηνωδία για το λεηλατημένο παρελθόν, υμνωδία της μυθικής Ελλάδας. Στον εξημμένο ιδεαλισμό του δασκάλου όλα ενυπάρχουν και όλα υπονομεύονται. Ωστόσο η ασυναρτησία που τον διακατέχει παρεισδύει στο σύνολο της αφήγησης, με αποτέλεσμα να μη γίνεται διακριτή η εστίαση του συγγραφέα. Διαφαίνεται ένας γενικευμένος, σαρωτικός χλευασμός, όχι όμως και το στόχαστρό του. Για παράδειγμα, το περίφημο γκράφιτι είναι απόρροια βανδαλισμού αλλά και άξιο θαυμασμού, είναι γκριζόμαυρο αλλά και γκριζόασπρο, είναι νεοελληνικό αλλά και νεοναζιστικό. Και επειδή λειτουργεί σαν μετωνυμία της Ελλάδας, η τέλεια ελληνική δημοκρατία είναι η τέλεια νεοναζιστική ελληνική δημοκρατία. Χωρίς να υποτιμώ τη σημασία της υποβόσκουσας κριτικής, έχω την αίσθηση πως ο συγγραφέας αγκυλώνεται στην εκζήτηση του ύφους, προσδίδοντας στον στοχασμό του περισσότερο στόμφο και λιγότερο νόημα.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου παίρνει τον λόγο ο ακροατής, στον οποίο απευθυνόταν ο δάσκαλος στις προηγούμενες σελίδες. Αυτός βρίσκεται σε μία από τις όχθες του Ρήνου και αναπολεί με συγκίνηση το παραλήρημα εκείνου του παράξενου Ελληνα. Θα περίμενε κανείς πως η αποστασιοποίηση του βλέμματος θα αποκρυπτογραφούσε το ελληνικό παλίμψηστο. Κάθε άλλο. Γιατί και ο τωρινός αφηγητής εμφορείται από τη μελαγχολία και την τρέλα του δασκάλου, μιλάει με τις φράσεις του, σκέφτεται με τις λέξεις του, βαδίζει «επάνω στις έξεις του». Τώρα δεσπόζον διακύβευμα δεν είναι η δύσκολη τέχνη της ζωής και του θανάτου στην Ελλάδα, αλλά «η γενιά που ξεκίνησε να καταλαβαίνει τον κόσμο στις αρχές του ’80», «μια κατεστραμμένη γενιά».

Ο γεννημένος το 1978 Δημήτρης Ελευθεράκης έγραψε ένα διάθερμο, εμμανές όσο και παιγνιώδες, κείμενο για τη «χαμένη» γενιά του, και οι συλλογισμοί του διαθέτουν αναντίλεκτα οξυδέρκεια, η οποία, όμως, υποσκελίζεται από τη ναρκισσευόμενη γραφή που όλο υπονοεί χωρίς να αποτολμά να πει.