ΒΙΒΛΙΟ

Γεννηθήκαμε για να τρέχουμε

gennithikame-gia-na-trechoyme-2115948

KΡΙΣΤΟΦΕΡ ΜΑΚ ΝΤΟΥΓΚΑΛ
Born to Run
μτφρ.: Στέλλα Κάσδαγλη
εκδ. KEY BOOKS

Δεν ήταν εύκολο να τους ανακαλύψει. Χρειάστηκε να περιπλανηθεί στα φαράγγια του Μεξικού, στη γη όπου ο νόμος ορίζεται από τις κάννες των όπλων των τοπικών καρτέλ ναρκωτικών. Εκεί ζουν απομονωμένοι από τον έξω κόσμο οι Ταραουμάρα, μια φυλή Ινδιάνων υπεραθλητών που –σύμφωνα με αρκετές δόσεις υπερβολής– τρέχουν εκατοντάδες χιλιόμετρα, χωρίς τραυματισμούς, φορώντας λεπτά σανδάλια στις πατούσες τους.

Οταν τελικά κατάφερε να προσεγγίσει την κοινότητά τους, ο Αμερικανός δημοσιογράφος Κρίστοφερ Μακ Ντούγκαλ έπρεπε αρχικά να κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και μετά να βρει τις ανάσες για να τους ακολουθήσει στο τρέξιμο. Η ιστορία των Ταραουμάρα, μαζί με πορτρέτα αλλόκοτων χαρακτήρων από τον κόσμο των αγώνων υπεραποστάσεων, αποτυπώθηκε στο βιβλίο «Born to Run», που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα τον περασμένο Οκτώβριο, έξι χρόνια μετά την έκδοσή του στις ΗΠΑ. Στο εξωτερικό έχει χαρακτηριστεί η «Βίβλος των δρομέων», καταγράφοντας εκατοντάδες χιλιάδες πωλήσεις.

Στα καλύτερα σημεία του βιβλίου, ο Μακ Ντούγκαλ προσπαθεί να εξηγήσει τις ρίζες του τρεξίματος μεγάλων αποστάσεων. «Αντιμετωπιζόταν πάντα με σεβασμό, επειδή ήταν απαραίτητο», γράφει. «Χάρη σ’ αυτό επιβιώσαμε, πολλαπλασιαστήκαμε και εξαπλωθήκαμε. Τρέχεις για να βρεις φαγητό και να αποφύγεις να φαγωθείς ο ίδιος. Τρέχεις για να βρεις το ταίρι σου. Επρεπε να αγαπάς το τρέξιμο, διαφορετικά δεν θα επιβίωνες για να αγαπήσεις οτιδήποτε άλλο. Γεννηθήκαμε για να τρέχουμε. Γεννηθήκαμε επειδή τρέχουμε».

Σε άλλα σημεία όμως ο συγγραφέας, ένας αργός δρομέας ο ίδιος, μετατρέπεται σε κήρυκα του ξυπόλυτου τρεξίματος. Προσπαθεί να αποδομήσει τη χρήση ακριβών αθλητικών παπουτσιών που έχουν σχεδιαστεί για να παρέχουν προστασία στα πόδια των δρομέων. Εξηγεί, παραθέτοντας την ιστορία των Ταραουμάρα και εμβόλιμα τις δικές του εμπειρίες από τραυματισμούς, ότι, εάν τρέχαμε με πιο λεπτές σόλες –ή και καθόλου-, θα ήμασταν πιο υγιείς.

Γνωρίζοντας εκ των προτέρων την επιχειρηματολογία του, ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο του προκατειλημμένος. Ζούσα στις ΗΠΑ όταν είχε πρωτοκυκλοφορήσει, το 2009, και προπονούμουν εντατικά με γρήγορους δρομείς μεγάλων αποστάσεων, οι οποίοι απέρριπταν την επιχειρηματολογία του συγγραφέα. Η επιρροή του όμως στην κοινότητα των αρχάριων δρομέων ήταν διαφορετική. Η διάδοση του μηνύματος του Μακ Ντούγκαλ προκάλεσε μια στροφή στις εταιρείες αθλητικών ειδών προς τον μινιμαλισμό και μια τάση όλο και περισσότεροι δρομείς να εμφανίζονται σε αγώνες με ειδικά παπούτσια παρόμοια με αυτά που φορούν οι δύτες. Ουσιαστικά, έτρεχαν ξυπόλυτοι, καλύπτοντας την πατούσα τους με μια λεπτή στρώση από λάστιχο. Μέσα σε λίγες εβδομάδες όμως διαπίστωναν το σφάλμα τους, εμφανίζοντας τραυματισμούς στα μετατάρσια των ποδιών. Οι πρόγονοί μας, ή οι Ταραουμάρα, δεν έτρεχαν σε άσφαλτο και τσιμέντο, δεν ακολουθούσαν μια καθιστική ζωή, ούτε είχαν τον σωματότυπο του μέσου Ευρωπαίου.

Ο Μακ Ντούγκαλ εξιδανικεύει το παρελθόν και τους δρομείς που έτρεχαν τότε με πολύ λεπτά παπούτσια. Φαίνεται να αγνοεί όμως πόσο βελτιώθηκαν μέσα στα χρόνια οι επιδόσεις στις μεγάλες αποστάσεις από ανθρώπους που δεν τρέχουν ξυπόλυτοι. Απορρίπτει –και σωστά– ως «προσποίηση» και «απληστία» την τάση των ανθρώπων να τρέχουν για να εξασφαλίσουν χορηγίες. «Δεν επρόκειτο πια για τέχνη, επρόκειτο για επιχείρηση», αναφέρει. Την ίδια στιγμή όμως γύρω από το δικό του έργο χτίστηκε μια νέα εμπορική τάση.

Το τρέξιμο είναι η πιο φυσική κίνηση. Σίγουρα συνοδεύεται από καταπόνηση και τραυματισμούς. Με τα χιλιόμετρα όμως έρχεται και η εμπειρία, και ακολουθεί η επιβράβευση. Στις καλύτερες στιγμές του, όταν το τρέξιμο δεν γίνεται εμμονή, σου προσφέρει μια δυνατότητα φυγής και ενδοσκόπησης. Είναι μια στιγμή ελευθερίας.

Το βιβλίο του Μακ Ντούγκαλ είναι σε αρκετά σημεία του μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κόπων και της ευφορίας της άθλησης. Στον κορμό του, όμως, λειτουργεί ως μανιφέστο τού –όπως ο ίδιος ο συγγραφέας το αποκαλεί– «κινήματος της ξυπολυσιάς».