ΒΙΒΛΙΟ

Η πόλις του ποιητή

i-polis-toy-poiiti-2116517

ΕΡΣΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ
Τι μένει από τη νύχτα
εκδ. Πατάκη

Ο τίτλος αποσιωπά το ερωτηματικό, όχι όμως και την απορία. Το τι και το πώς της γραφής. Η διερώτηση μετεξελίσσεται σε τυραννία υπαρκτική για τον νεαρό Καβάφη, τις νύχτες του οποίου στο Παρίσι κατοπτεύει η Ερση Σωτηροπούλου το καλοκαίρι του 1897. Ο τριαντατετράχρονος ποιητής, μακριά από την αποπνικτική ραθυμία της Αλεξάνδρειας και ακόμα πιο μακριά από την ταπεινωμένη, χρεοκοπημένη Ελλάδα, γοητεύεται από το ραφιναρισμένο πνεύμα της γαλλικής πρωτεύουσας, αλλά η απόδρασή του είναι πλασματική, στην ουσία ανέφικτη. Οχι μόνο γιατί η Αλεξάνδρεια τον ακολουθεί, αλλά κυρίως επειδή λαχταρά να διερευνήσει τα αχαρτογράφητα τοπία των λέξεων.

Η αγωνία της γραφής απομονώνει τον ποιητή από οποιαδήποτε γεωγραφική πραγματικότητα, αφήνοντάς τον μόνο στην άκρη του κόσμου. Περιπλανώμενος ανάμεσα στα παρισινά κομψοτεχνήματα, καταδύεται σε μια «ατέλειωτη αποτυχημένη νύχτα», σπαράζοντας για τις διαφυγούσες λέξεις και μαζί για τις ηδονές, που η ατολμία του τού απαγορεύει. Η έξαψη στη σκέψη του άγραφου χαρτιού και η αδημονία της σάρκας προξενούν μια εξουθενωτική ψυχική ένταση, που εκτονώνεται παροδικά μέσω της διαφυγής σε παραισθητικές ενατενίσεις. Η Σωτηροπούλου αποδίδει δεξιοτεχνικά τις οδυνηρές δονήσεις σώματος και νου, διαθλώντας τες στον χώρο, ο οποίος βαθμιαία αποκτά μια απόκοσμη, φαντασιώδη διάσταση.

Οι μελετημένες, υπνωτιστικές φωτοσκιάσεις, τα ονειροπολήματα που παρεισδύουν στον πραγματικό χρόνο για να γίνουν πιο αληθινά από την αλήθεια, το καλειδοσκόπιο των συνειρμών και των διάσπαρτων ερεθισμάτων, που συνυφαίνονται σε ένα ηλεκτροφόρο για το μυαλό πλέγμα, πλάθουν ένα νοητό τοπίο, όπου η ποιητική συνείδηση δοκιμάζεται και συντρίβεται. Ο σπαραγμός του ανέγγιχτου δέρματος συνομιλεί διαρκώς και επίμονα με την πυρετώδη ανάγκη των πιο ακριβών λέξεων. Οι σαρκικές στερήσεις εκβάλλουν κάθε φορά στις ελλείψεις της γραφής. Η ανήμερη λαιμαργία για σώματα και λέξεις φλογίζει την προσμονή του ακατόρθωτου. Και εδώ προβάλλει αναπόφευκτα η διελκυστίνδα τέχνης και ζωής. Τι δημιουργεί την υψηλή τέχνη, το έλλειμμα ή το πλεόνασμα ζωής;

Στο μυθιστόρημα, ο Καβάφης βασανίζεται από την υποψία ότι η περιορισμένη άτολμη ζωή του τον αποκλείει από τις θαυμαστές επιδόσεις των λέξεων. «Πώς θα μπορούσε κάποιος με μια μίζερη ζωή, περιορισμένη από απαγορεύσεις και φόβους, κάποιος που δεν αφήνει τις αισθήσεις του ελεύθερες, να αποδώσει με το γράψιμό του τις μεγάλες συγκινήσεις;» Ενιωθε πως δεν θα είχε ποτέ το κουράγιο να γίνει παρανάλωμα στις εκρήξεις που φαντασιωνόταν. Διάπυρες επιθυμίες τον πυρπολούσαν, ήξερε, όμως, πως στο τέλος θα έμενε άκαυτος. Η φλόγα, που είχε αναπηδήσει από την «τρελή κούρσα στο απόλυτο σκοτάδι», «έκαιγε γοργά το φυτίλι, το δικό του φυτίλι», αλλά η ανάφλεξη είχε και πάλι ματαιωθεί.

Δύο καρέκλες δεσπόζουν στα πιο συνταρακτικά στιγμιότυπα του βιβλίου. Η μία είναι σύμβολο θανάτου, η δεύτερη διεγείρει έναν σπαρακτικό ερωτισμό. Η διαπάλη και το σμίξιμο έρωτα και θανάτου εξεικονισμένα μοναδικά σε δύο καρέκλες. Στη μία τα κρεμασμένα πάνω της ρούχα υποσημαίνουν την ανυπαρξία του σώματος. «Η ξενοιασιά των ρούχων δίπλα στο νεκροκρέβατο». Η άλλη ρημάζεται από δάκτυλα που περιτρέχουν μανιασμένα τη ράχη της, σπαρταρώντας λιγωμένα πάνω στις σκληρές «σαν νευρώσεις» κλωστές του υφάσματος. Το άγριο σκάψιμο της σάρκας από «μια πείνα που ξεπερνούσε την ικανοποίηση» παροξύνεται την τελευταία νύχτα, όπου ο Καβάφης παρίσταται σε ένα μυστικό δείπνο, βδελυρό όσο και μυσταγωγικό.

Το μυθιστόρημα κλείνει με τον ύμνο σε μια τριχούλα. Ενα τίποτα που μπορεί να είναι τα πάντα. Το απόσταγμα ενός ονείρου, ο φρουρός μιας λέξης, το κεντρί της ηδονής, το μονοπάτι για ένα ποίημα ή ένα σώμα. Με αυτό τον περιπαθή επιλογικό ύμνο η Σωτηροπούλου μεταπηδά από την προσωπική αγωνία του ποιητή στον αναστοχασμό της τρομερής δουλειάς, που απαιτεί τόσο η ζωή όσο και η γραφή, του ανυπολόγιστου κόπου, που χρειάζεται να καταβληθεί για ένα ελάχιστο άλμα είτε προς τη μία είτε προς την άλλη. Το σημαντικότερο, ωστόσο, είναι ότι η συγγραφική προσωπικότητα της Ερσης Σωτηροπούλου δεν υποτάσσεται στον Καβάφη, αλλά διατηρεί την ιδιαιτερότητά της επινοώντας τον.