ΒΙΒΛΙΟ

Η μικρή αγία των περιθωριακών

astragalos1

Αλμπερτίν Σαραζέν
«Ο αστράγαλος»
Μτφρ.: Σώτη Τριανταφύλλου
Πρόλογος: Πάτι Σμιθ
Εισαγωγή: Ζ.-Ζ. Ποβέρ
Εκδ. Πατάκης

Αν «η ποίηση γράφεται από τους ελάσσονες ποιητές», όπως υποστήριζε ο Ελιοτ, κάτι ανάλογο ισχύει και για τη λογοτεχνία: ελάσσονες, ξεχασμένοι συγγραφείς άλλοτε φωτίζουν τον ουρανό της σαν τροχιοδεικτικά κι άλλοτε ηχούν σαν πυροβολισμός στο σκοτάδι. Μια τέτοια περίπτωση είναι και εκείνη της Αλμπερτίν Σαραζέν (1937-1967), που, αν χαρακτηρίστηκε στα χρόνια της ως «θηλυκός Ζενέ», λόγω του άστατου βίου της, σήμερα φαντάζει περισσότερο σαν μια Εντίθ Πιαφ της μεταπολεμικής γαλλικής λογοτεχνίας: ένα «σπουργίτι» κι εκείνη, κι όμως γεμάτη πάθος για τη ζωή και τη λογοτεχνία. Ο «Αστράγαλος» είναι το χρονικό της ελευθερίας, ως αίτημα και όχι ως πρόγραμμα, σε μια ζωή μέσα στην παραβατικότητα, που από το Αλγέρι μέχρι το Μονπελιέ θα διαρκέσει μόνον τριάντα χρόνια. Με την απόδραση από τις γυναικείες φυλακές αρχίζει το βιβλίο κι ήδη η ηρωίδα με το ένα χέρι προσπαθεί να αγγίξει τον ουρανό και με το άλλο πασπατεύει τα συντρίμμια. Την ακολουθεί έκτοτε ένας σπασμένος αστράγαλος σαν λογοτεχνική μεταφορά μιας σισύφειας προσπάθειας σε πείσμα των εγκλωβισμών και των καταναγκασμών που επιβάλλει η «κοινωνία», συχνά με τη «αρωγή» των φυλακών-σχολείων για τους νέους με παραβατική συμπεριφορά, «κοστολογώντας» εκείνη την εποχή την κλοπή μιας φιάλης ουίσκι με τετράμηνη φυλάκιση: σε μια τέτοια καταδίκη οφείλεται και η συγγραφή του «Αστραγάλου». Στο πρόσωπο του (υπαρκτού) Ζιλιέν, ενός μπουκαδόρου που θα την περιθάλψει με την οικογένειά του, θα βρει τον φύλακα-άγγελό της: θα γνωρίσει το άσπρο ρούμι, τον καινούργιο έρωτα, την τρυφερότητα του αδελφού και τη συντροφικότητα του ομοιοπαθούς, ακόμα και τη φυσιολογική μικροαστική ζωή, έστω πρόσκαιρα.

Ομως ο πόνος παραμένει: σωματικός και ταυτόχρονα υπαρξιακός, η ψυχή κινδυνεύει ν’ ακρωτηριαστεί όπως ένα πόδι με σπασμένο αστράγαλο. O «Αστράγαλος» δεν είναι απλώς αυτοβιογραφικός, είναι σωματοποίηση της οδύνης και βιωματική γραφή. Ο φόρος της (ανάπηρης) νιότης, που πληρώνεται ακριβά, όπως ομολογεί η ηρωίδα, καθώς αναζητεί την τρυφερότητα και καταφεύγει στη λήθη, με κινηματογραφικό ρυθμό και γλώσσα ανάμεσα «στην αργκό των παρανόμων και την πιο πλούσια καθαρεύουσα» (Π. Σμιθ), ένας βιταλισμός ανάμεσα στην απόγνωση και στη λύτρωση, στον αντίποδα της Φρ. Σαγκάν. Η ζωή της Σαραζέν είναι από μόνη της (περιθωριακή) λογοτεχνία, (νουβέλ-βαγκ) κινηματογράφος, (καταραμένη) ποίηση, κι όχι άδικα θα χαρακτηριστεί «μικρή αγία των περιθωριακών συγγραφέων» από την Πάτι Σμιθ. Από μικρή θα γνωρίσει τα αναμορφωτήρια, αλλά και την κλίση της προς τη γραφή, οι ημέρες της ζωής της ξεφυλλίζονται όπως οι σελίδες των βιβλίων της και αντίστροφα, τα πρόσωπα του «Αστραγάλου» συνδέονται με μια ζωή γεμάτη περιπέτειες, κλοπές, συλλήψεις, περιπλανήσεις, πρόσκαιρη αναγνώριση και γράψιμο, την αξία της θα ανακαλύψει ο Ζαν-Ζακ Ποβέρ, που υπογράφει και την εισαγωγή. Ο «Αστράγαλος» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, σε σκηνοθεσία του Γκι Καζαρέλ (1969), με τη Μαρλέν Ζομπέρ και τον Χορστ Μπούχολτς, και πρόσφατα με τη Λεϊλά Μπεχτί και τον Ρεντά Κατέμπ, από την Μπριζίτ Σι.