ΒΙΒΛΙΟ

Η διεθνής οικονομία δικτυώθηκε λάθος

jaron1

JARON LANIER
Who Owns The Future?
εκδ. Simon & Schuster

Είναι λίγο δύσκολο να περιγράψεις τον Τζέιρον Λανίερ χωρίς να υποπέσεις σε αντιφάσεις: ένας τεχνοκράτης καλλιτέχνης, ένας προσγειωμένος οραματιστής, ένας έγκριτος ακαδημαϊκός με εμφάνιση μεσήλικου χίπη, ένας πρωτοπόρος του Διαδικτύου που απέχει συνειδητά από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, μέλος της ελίτ της Silicon Valley και ένας από τους πιο αυστηρούς κριτές της ιντερνετικής «κουλτούρας», στη δημιουργία της οποίας συνέβαλε καθοριστικά.

Στα 55 του, ο ογκώδης τύπος με τα ράστα και την εκκεντρική αμφίεση εξακολουθεί να ακροβατεί μεταξύ συμβατικότητας και αντίδρασης, ενώ φαίνεται να τα καταφέρνει εξίσου καλά ως εφευρέτης καινοτόμων τεχνολογιών (μεταξύ άλλων, συμμετείχε στη δημιουργία των πρώτων avatar στα τέλη της δεκαετίας του ’80), ως μουσικός (έχει συνθέσει όπερες, μπαλέτα και κινηματογραφικά σάουντρακ, έχει συνεργαστεί με συνθέτες όπως ο Φίλιπ Γκλας και διαθέτει μια από τις μεγαλύτερες συλλογές σπάνιων μουσικών οργάνων στον κόσμο), αλλά και ως θεωρητικός: το τελευταίο του βιβλίο, με τίτλο «Who Owns the Future? » (Σε ποιον ανήκει το μέλλον;), απέσπασε το βραβείο Goldsmith του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και χαρακτηρίστηκε «το σημαντικότερο βιβλίο της χρονιάς» από τους New York Times.

Αντιφατικός

Σήμερα, σταθερός επιστημονικός συνεργάτης στο ερευνητικό ινστιτούτο της Microsoft, συμμετείχε στην ανάπτυξη της τεχνολογίας πίσω από τους αισθητήρες κίνησης «Kinect». Επιπλέον, έχει συμπεριληφθεί στη λίστα με τους πλέον «επιδραστικούς» ανθρώπους στον κόσμο, του περιοδικού Time, ενώ η Encyclopaedia Britannica του αποδίδει την πρώτη χρήση του όρου «ψηφιακή πραγματικότητα». Eνας από τους πρωτεργάτες του Ιnternet2 και ιδρυτικό μέλος του International Institute for Evolution and the Brain, υπήρξε επιστημονικός σύμβουλος των σεναριογράφων της ταινίας «Minority Report» σε σκηνοθεσία Στίβεν Σπίλμπεργκ.

Ισως το πλέον αντιφατικό στοιχείο του Λανίερ είναι ότι παραμένει ένθερμος υποστηρικτής της τεχνολογίας, αλλά ταυτόχρονα έχει πλήρη συναίσθηση των κινδύνων που ελλοχεύουν στις λάθος χρήσεις της. Παρότι ουδέποτε αποκήρυξε τους δεσμούς του με την «Κοιλάδα του Πυριτίου», απορρίπτει ανοιχτά κάθε θεωρία που προωθεί την κυριαρχία των μηχανών πάνω στον άνθρωπο. Εχει δε επανειλημμένως εκφράσει την αντίθεσή του σε έννοιες όπως η «Εποχή της Μοναδικότητας» (Singularity), ταυτισμένη κυρίως με το όνομα του ιδιόρρυθμου εφευρέτη, μελλοντολόγου και ιδρυτή του αμφιλεγόμενου Singularity University, Ρέι Κουρτσβάιλ, ο οποίος δηλώνει βέβαιος πως μια μέρα στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον οι υπολογιστές μας θα μας ξεπεράσουν σε ευφυΐα. Ο Λανίερ, ως θιασώτης αυτού που ο ίδιος ονομάζει «ουμανιστική οικονομία της πληροφορίας», υποστηρίζει ότι όσοι εξιδανικεύουν τις δυνατότητες των μηχανών τείνουν να ξεχνούν πως πίσω από κάθε «έξυπνο» ρομπότ ή εξελιγμένο λογισμικό κρύβονται οι πολύ ανθρώπινοι προγραμματιστές τους, ακριβώς όπως ο ψηφιακός μεταφραστής της εφαρμογής Google Τranslate βασίζεται στα εκατομμύρια κείμενα που έχουν μεταφράσει υπαρκτά πρόσωπα.
Μια κοινωνία δομημένη γύρω από τις αρχές του «τεχνολογικού ντετερμινισμού», γράφει στο τελευταίο του βιβλίο, ουσιαστικά αποστερεί από τους ανθρώπους κάθε έννοια «αξιοπρέπειας και ικανότητας αυτοκαθορισμού».

Κεντρική ιδέα της θεωρίας, που αναπτύσσεται στο «Who Owns the Future?», είναι πως η διακίνηση της πληροφορίας πρέπει να γίνεται ανεμπόδιστα, όχι όμως και δωρεάν. Αυτό έχει φέρει τον συγγραφέα αντιμέτωπο τόσο με τους «συναδέλφους» του στη Silicon Valley όσο και με τους ακτιβιστές του «ελεύθερου» Ιντερνετ, που εναντιώνονται σε κάθε έννοια κρατικής παρέμβασης στον κυβερνοχώρο. Ως χρήστες του Διαδικτύου, έχουμε την εντύπωση ότι επωφελούμαστε από μια πληθώρα δωρεάν υπηρεσιών, υποστηρίζει. Στην πραγματικότητα, όμως, προσφέρουμε συστηματικά και χωρίς αντάλλαγμα τα προσωπικά μας δεδομένα, τις επιλογές και την πνευματική εργασία μας σε ιντερνετικούς κολοσσούς όπως η Google και το Facebook (τους οποίους αποκαλεί σέρβερ-Σειρήνες, δανειζόμενος τον όρο από την «Oδύσσεια»), επιτρέποντας σε μια μικρή ελίτ να πλουτίζει εις βάρος μας. Στο μεταξύ, ολοένα και περισσότεροι επαγγελματικοί κλάδοι οδηγούνται στον μαρασμό εξαιτίας ακριβώς της «απελευθέρωσης» της πληροφορίας. Αρχικά, το πρόβλημα αφορούσε μόνο τους μουσικούς, τους κινηματογραφικούς παραγωγούς και τους δημοσιογράφους, σταδιακά όμως επεκτείνεται και απειλεί να πλήξει σχεδόν ολόκληρη τη μεσαία τάξη.

Ο ηθικός κίνδυνος

Μάλιστα, ο Λανίερ εκτιμά ότι η κρίση των τελευταίων ετών σε μεγάλο βαθμό απορρέει από το γεγονός ότι η παγκόσμια οικονομία «δικτυώθηκε» με λάθος τρόπο. «Αν η τεχνολογία δικτύων κάνει τη ζωή όλων μας καλύτερη» διερωτάται, τότε γιατί βιώσαμε την οικονομική κατάρρευση ακριβώς τη στιγμή «που η πληροφορική δικτύων διείσδυσε σε κάθε τομέα της ανθρώπινης δραστηριότητας, στην αυγή του 21ου αιώνα»; Για να δώσει την απάντηση: «Ο ηθικός κίνδυνος ουδέποτε συνάντησε έναν τόσο αποτελεσματικό καταλύτη όσο τα ψηφιακά δίκτυα. Οσο πιο ισχυρά γίνονται τα δίκτυά μας τόσο περισσότερο θα αυξάνεται το εγγενές ρίσκο, εκτός αν αλλάξουμε την αρχιτεκτονική τους».

Η λύση, σύμφωνα με τον αντισυμβατικό στοχαστή, είναι κάθε χρήστης του Ιντερνετ να λαμβάνει κάποιου είδους «νανο-πληρωμή» για κάθε θραύσμα πληροφορίας που συνεισφέρει, είτε πρόκειται για μια μουσική σύνθεση, μια κριτική ή μια φωτογραφία είτε απλώς για τα προσωπικά του δεδομένα και τις προτιμήσεις του, που χρησιμοποιούνται από ιστοσελίδες όπως το Facebook για την προσέλκυση διαφημιστών. «Αν αποδίδαμε αξία στο σύνολο της πληροφορίας που υπάρχει στο Ιντερνετ… θα δημιουργούσαμε μια οικονομία η οποία θα συνέχιζε να μεγαλώνει καθώς ολοένα και περισσότεροι τομείς δραστηριότητας συνδέονται αναπόσπαστα με τις τεχνολογίες δικτύων», αναφέρει. Το σενάριο μπορεί να μοιάζει ουτοπικό, όμως ο Λανίερ είναι κάτι παραπάνω από ένας θεωρητικός με ενδιαφέρουσες ανέφικτες ιδέες. Κατ’ αρχάς, στο βιβλίο του αναπτύσσει διεξοδικά διάφορους πιθανούς τρόπους με τους οποίους μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να γίνει πραγματικότητα. Κατά δεύτερον, στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση μέχρι σήμερα, ο ίδιος και οι συνεργάτες του πειραματίζονται με μοντέλα των πιο διαδεδομένων οικονομικών συστημάτων, διερευνώντας τι συμβαίνει σε μια οικονομία όταν η πληροφορία είναι δυνατόν να αποτιμηθεί σε χρήμα.

Μπαχ, Μπος και… μαιευτική

Γιος ανοιχτόμυαλων καλλιτεχνών που «απέδρασαν» από την Ευρώπη για να αποφύγουν την αντισημιτική βία και άλλαξαν το επίθετό τους από Ζέπελ σε Λανίερ για τον ίδιο λόγο, ο Τζέιρον γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη και μεγάλωσε στο Νέο Μεξικό. Ο θάνατος της μητέρας του σε αυτοκινητικό δυστύχημα όταν ήταν μόλις εννέα ετών τον σημάδεψε ανεξίτηλα, μετατρέποντας το εσωστρεφές παιδί, που λάτρευε να περνάει τον χρόνο του διαβάζοντας στη βιβλιοθήκη του σχολείου του, να ακούει Μπαχ και να περιεργάζεται πίνακες του Ιερώνυμου Μπος, σε μάλλον αντικοινωνικό έφηβο. Αντί να κάνει παρέα με συνομηλίκους του, προτιμούσε να συναναστρέφεται κορυφαίους επιστήμονες, όπως ο Κλάιντ Τόμπο, ο οποίος το 1930 είχε ανακαλύψει τον πλανήτη Πλούτωνα, και ο πρωτοπόρος της τεχνητής νοημοσύνης Marvin Lee Minsky, ενώ σε ηλικία μόλις 13 ετών άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα Χημείας και Μαθηματικών στο Κρατικό Πανεπιστήμιο του Νέου Μεξικού.

Υστερα από ένα σύντομο διάστημα στη Νέα Υόρκη, επέστρεψε στην πόλη των παιδικών του χρόνων όπου εργάστηκε προσωρινά ως… μαιευτήρας, για να καταλήξει στην Καλιφόρνια και το θρυλικό πλέον εργαστήριο της Atari. Εκεί γνώρισε τον Thomas Zimmerman, εφευρέτη του περίφημου «Virtual Glove» (ψηφιακό γάντι) και το 1985 οι δυο τους ίδρυσαν την VPL Research με στόχο το «άνοιγμα» των τεχνολογικών ψηφιακής πραγματικότητας στην αγορά. Μολονότι η εταιρεία τελικά υπέβαλε αίτηση χρεοκοπίας, θεωρείται ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξοικείωση του ευρέος κοινού με την έννοια της ψηφιακής πραγματικότητας, ενώ τα προϊόντα της έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό από την ακόμα αναπτυσσόμενη κοινότητα των φανατικών video-gamers. Ακολούθησαν ποικίλες συνεργασίες με κορυφαίες εταιρείες του χώρου, όπως το Linden Lab που δημιούργησε το «Second Life», και ακαδημαϊκά ιδρύματα, μέχρι την έναρξη της συνεργασίας του με το ερευνητικό τμήμα της Microsoft, το 2006.