ΒΙΒΛΙΟ

Οι εικόνες ενός «Ξένου»

oi-eikones-enos-xenoy-2120073

ΖΑΚ ΦΕΡΝΑΝΤΕΖ
Ο ξένος
Κόμικ, βασισμένο στο ομότιτλο βιβλίο του Αλμπέρ Καμί
εκδ. Πατάκη

«…δίχως να σηκωθεί, ο Αραβας τράβηξε το μαχαίρι και μου το ‘δειξε μέσα στον ήλιο. Το φως ανάβλυσε θαρρείς απ’ το ατσάλι κι έγινε μια μακριά αστραφτερή λεπίδα που με βρήκε κατακούτελα. Την ίδια στιγμή, ο ιδρώτας που είχε μαζευτεί στα φρύδια μου κύλησε μονομιάς πάνω στα βλέφαρα και τα σκέπασε μ’ ένα χλιαρό πέπλο. Τα μάτια μου τυφλώθηκαν πίσω από αυτό το παραπέτασμα από δάκρυα και αλάτι. Ενιωθα πια μόνο τα κύμβαλα του ήλιου στο μέτωπό μου και, συγκεχυμένα, την εκθαμβωτική λεπίδα του μαχαιριού που ήταν πάντα στραμμένο πάνω μου. Τούτο το πυρωμένο ξίφος κατάκαιγε τα ματόκλαδά μου και τρυπούσε τα πονεμένα μάτια μου. Τότε ακριβώς όλα τρεμούλιασαν…». Η εκπληκτική περιγραφή της σκηνής του φόνου από τον «Ξένο» του Αλμπέρ Καμί μεταφέρεται από τον κομίστα Ζακ Φερναντέζ μέσα από το σκίτσο, χωρίς συνοδευτική αφήγηση. Καταφέρνει, ωστόσο, ο δημιουργός του ομώνυμου graphic novel να αποδώσει (στον βαθμό του δυνατού) αυτή την ένταση, τον «δονούμενο ήλιο», η οποία διαπερνά όχι μόνο το συγκεκριμένο απόσπασμα αλλά ολόκληρο το εμβληματικό έργο του Γάλλου υπαρξιστή.

Ο «Ξένος» διά χειρός Φερναντέζ ενσωματώνει όλα τα βασικά επεισόδια και τα διαλογικά μέρη της ιστορίας. Το μικρό, άλλωστε, μέγεθος του ορίτζιναλ λογοτεχνήματος (μόλις 131 σελίδες στην ελληνική έκδοση) βοηθά προς αυτή την κατεύθυνση.

Προφανώς και τα λεπτότερα νοήματα του πρωτότυπου λογοτεχνικού έργου είναι δύσκολο να αποδοθούν σε ένα μέσο, το οποίο μεταχειρίζεται κατά κύριο λόγο την εικόνα. Τα προσεγμένα, ωστόσο, σκίτσα του Φερναντέζ χαρίζουν ζωντάνια στην αφήγηση και «προσκαλούν» τους λιγότερο μυημένους –ή τους νεότερους που σπανιότερα πιάνουν τα βιβλία– να ασχοληθούν με το έργο του Καμί. Το πιο «δυνατό» σημείο της εικονογράφησης είναι οι εξαιρετικές υδατογραφίες, που λειτουργούν ως φόντο στις περισσότερες σελίδες, μεταφέροντας τον αναγνώστη στους δρόμους και στις εξοχές του Αλγερίου, ενώ ταυτόχρονα αισθητοποιούν και αυτή τη νότα του εφήμερου της υπαρξιστικής κοσμοθεωρίας.

Μπορεί λοιπόν το graphic novel να λειτουργήσει ως«υποκατάστατο» του «Ξένου» – ή οποιουδήποτε κλασικού λογοτεχνικού έργου; Με τίποτα, είναι η απάντηση. Αν όμως κανείς μεταχειριστεί τη συγκεκριμένη έκδοση ως ακριβώς αυτό που είναι, ένα κόμικ δηλαδή, βασισμένο απλώς στο μυθιστόρημα, τότε σίγουρα θα απολαύσει την ανάγνωση και –γιατί όχι– θα πλουτίσει τη φαντασία του με μια εικονοποιία, αναμφίβολα ταιριαστή στο πρότυπό της.